Σαβ12162017

Τελευταία ΕνημέρωσηΣαβ, 16 Δεκ 2017 1pm

Back Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Γνωμες

Ο Μητσοτάκης θα ήθελε, το ΠΑΣΟΚ δεν ασχολείται και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί

vouli eso

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε χθές οτι θα προχωρήσει σε τρείς σημαντικές μεταρρυθμίσεις αν γίνει πρωθυπουργός. Είπε οτι θα αλλάξει τη δημόσια διοίκηση, οτι θα μειώσει τους φόρους και θα απλοποιήσει τη διαδικασία των επενδύσεων. Επίσης είπε Οτι θα ανανεώσει το κόμμα του τουλάχιστον κατά 50%.

Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά και αναγκαία για να ανακάμψει η οικονομία αλλά και για να αρχίσει σιγά - σιγά να αποδεσμεύεται ο πολίτης από την κρατική θηλειά που τον πνίγει.

Παρά το γεγονός οτι για να γίνουν αποδεκτές οι μειώσεις των φόρων από τους τροικανούς θα πρέπει ο κ. Μητσοτάκης να λάβει πολύ αποτελεσματικά μέτρα μείωσης των δημοσίων δαπανών - πράγμα που δεν τολμά να το δηλώσει σήμερα, μάλλον για να μη χάσει ψήφους - θεωρούμε οτι τα μέτρα αυτά που προαναγγέλει είναι εφικτά. Και είναι μέτρα που κάθε κυβέρνηση θα ήθελε να λάβει αν μπορούσε, αλλά δεν μπορεί, διότι καμία κυβέρηση δεν τολμά να τα βάλει με το τέρας του δημοσίου και να το περιορίσει.

Το κόμμα του κ. Μητσοτάκη κυβέρνησε πρόσφατα δυο φορές. Η κυβέρνηση Καραμανλή μεγέθυνε το δημόσιο και τις σπατάλες του σε πρωτοφανή βαθμό και οδήγησε στην κρίση του 2009 που μας βασαναίζει ακόμη. Η κυβέρνηση Σαμαρά στηρίχθηκε σε εισπρακτικά μέτρα και δεν τόλμησε να μειώσει το δημόσιο και να κάνει μεταρρυθμίσεις - που αργότερα αναγκάστηκε να κάνει η κυβέρνηση Τσίπρα.

Ο κ. Μητσοτάκης λοιπόν μπορεί πράγματι να έχει θέσει αυτούς τους στόχους, αλλά το να θέτεις στόχους είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να τους υλοποιήσεις διότι χρειάζεται θάρρος για μεγάλες συγκρούσεις με το πελατειακό και κομματικό κράτος του δημοσίου. Αυτό ήταν πάντα το πρόβλημα σε αυτή τη χώρα και η Νέα Δημοκρατία δεν έχει αποδείξει μέχρι σήμερα οτι είναι διατεθειμένη να το πράξει.

Οι περισσότεροι δε από τους βουλευτές της ανήκουν στη λεγόμενη “λαική δεξιά” η οποία διαφωνεί οριζοντίως και καθέτως με τις απόψεις του Μητσοτάκη και είναι εξίσου κρατιστές με τους Συριζαίους και τους Ανελίτες. Πολλοί δε εξ αυτών βρίσκονται μεταξύ των σημερινών κορυφαίων στελεχών του κ. Μητσοτάκη.

Ας ελπίσουμε οτι ο Μητσοτάκης θα βρεί το θάρρος να κάνει αυτές τις μεταρρυθμίσεις και οτι το κόμμα του θα τις ανεχτεί, ακόμη και αν δεν τις υιοθετήσει.

Οι δηλώσεις Μητσοτάκη σε κάθε περίπτωση ανεβάζουν οτν πήχυ για την κυρία Φώφη Γεννηματά η οποία ασχολούμενη με την κεντροαριστερά δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ (για να μη κοροιδευόμαστε με την Κεντροαριστερά) δεν έχει ακόμη ανακοινώσει τις προτάσεις του για το ποιές επιμέρους πολιτικές θα ακολουθηθούν. Δεν έχει βρεί λύσεις που να ισορροπούν μεταξύ εφικτού, ρεαλιστικού  και ιδεολογικά σωστού, δεν έχει προχωρήσει σε ανανέωση, ούτε των απόψεων του, ούτε των προσώπων.

Η άνοδος του στις δημοσκοπήσεις αποτυπώνει την απελπισία των προοδευτικών ανθρώπων που δεν θέλουν τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τη ΝΔ, αλλά πλειοψηφοικό ρεύμα δεν μπορεί να διαμορφώσει. Αν το ΠΑΣΟΚ είχε θέσεις σαφείς, ρεαλιστικές και αποτελεσματικές θα είχε σήμερα σαρώσει τον ΣΥΡΙΖΑ και θα απειλούσε τη ΝΔ. Δεν το έχει κάνει και δεν φαίνεται οτι θα το κάνει, τουλάχιστον όσο δεν ασχολείται με την διαμόρφωση θέσεων και προτάσεων, αλλά με την αναδιάταξη των εσωτερικών του ισορροπιών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη μεριά, έχει ένα μικρό πλέον περιθώριο χρόνου μέχρι το τέλος της τετραετίας να παρουσιάσει ένα άλλο πρόσωπο, πιο αναπτυξιακό και πιο σύγχρονο. Δυστυχώς για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και για την χώρα, δεν μπορεί να το κάνει. Το μόνο που κάνει είναι ευχολόγια για ανάπτυξη, χωρίς αποτέλεσμα.

Είναι αδύνατον για τον ΣΥΡΙΖΑ να αποδεχθεί οτι ο μόνος τρόπος για να αναπτυχθεί η οικονομία, να μειωθεί η ανεργία και να αυξηθούν τα εισοδήματα, είναι να αναπτυχθεί ο ιδιωτικός τομέας. Είναι ένα κόμμα πολύ βαθειά κρατικιστικό, με ιδεοληψίες αριστερές, που επιδιώκει την ισοπέδωση προς τα κάτω όλων των πολιτών, παρά την παροχή ευκαιριών στους φτωχότερους για να ανέβουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να βοηθήσει την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, αλλά θα επιμένει σε μια κοινωνική πολιτική “χαρτζηλικιού”.

Ο πολιτικός κόσμος συνολικά με εξαίρεση κάποιους στη Νέα Δημοκρατία και κάποιους στο ΠΑΣΟΚ - τους λιγότερους δυστυχώς - δεν έχει αποδεχθεί το γεγονός οτι το δημόσιο δεν ,πορεί πλέον να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών.

Μπορεί βεβαίως να συμβάλει σημαντικά αν σταματήσει να εμποδίζει την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Μπορεί επίσης να συμβάλει αν κάνει επενδύσεις. Όμως το δημόσιο δεν κάνει επενδύσεις, κάνει παροχές και σπαταλά το χρήμα, δεν το επενδύει για να δώσει δουλειές, για να φτιάξει υποδομές για να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες. Το ξοδεύει για να εξαγοράζει ψήφους.

Χονδρικά, αυτή είναι η κατάσταση σήμερα στα τρία κόμματα που διεκδικούν την ηγεσία της χώρας. Και είναι απογοητευτικό οτι ο Μητσοτάκης και οι μεταρρυθμιστές είναι μειοψηφία στη ΝΔ, οτι το ΠΑΣΟΚ ασχολείται με τα εσωτερικά του προβλήματα και οτι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί με τίποτα να εκσυγχρονιστεί και να εγκαταλείψει τις ιδεοληψίες του.

Ο πολιτικός κόσμος πρέπει να αποδεχθεί οτι εφόσον το δημόσιο δεν έχει λεφτά και δεν πρόκειται να βρεί, μοναδική οδός ανάπτυξης της χώρας είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις. Πρώτα των Ελλήνων και μετά των ξένων.

Όταν δούμε τους Έλληνες να επενδύουν στη χώρα, τότε θα δούμε και τους ξένους και θα ξέρουμε οτι θα υπάρχει ανάπτυξη. Όλα τα άλλα, είναι ευχολόγια.

reporter

Πάμε καλά;

akropoli touristria

Για να κρίνουμε κατά πόσον ένα κράτος πάει καλά και είναι πετυχημένο, έχουμε στη διάθεσή μας δείκτες που αφορούν ιδίως τους πολιτειακούς του θεσμούς και τις οικονομικές του επιδόσεις. 

Η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, η αποτελεσματικότητα της Διοίκησης, η ανεξαρτησία αλλά και αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγει η οικονομία του είναι κάποιοι από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται από πολλούς διεθνείς οργανισμούς όταν συντάσσουν τις ετήσιες εκθέσεις τους.

Ως επιτυχημένο, κρίνεται ένα κράτος που προσαρμόζεται με τον καλύτερο και ταχύτερο τρόπο στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Πώς; Μα...με μεταρρυθμίσεις.

Δηλαδή δεν είμαστε μόνο εμείς που πρέπει να κάνουμε μεταρρυθμίσεις για να πάρουμε κάθε φορά τη δόση που θα μας κρατήσει όρθιους;

Και βέβαια όχι! Η διαφορά είναι πως τα περισσότερα άλλα κράτη εισάγουν αυτοβούλως και συστηματικά μεταρρυθμίσεις για να διορθώσουν αδυναμίες και υστερήσεις που διαπιστώνουν σε διάφορους τομείς. Διότι, απλά, δεν θέλουν να μένουν πίσω. Δεν διστάζουν, επομένως, να πάρουν κάθε φορά τα μέτρα που απαιτούνται για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και στις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού.

Αλλά ακόμη και οι διεθνείς οργανισμοί που συντάσσουν τις εκθέσεις με βάση τις οποίες κρίνονται οι πολιτειακοί θεσμοί και η οικονομία των κρατών από χρόνο σε χρόνο, συμπληρώνουν και βελτιώνουν και αυτοί τα κριτήρια αξιολόγησης και τους δείκτες που χρησιμοποιούν για να ενισχύσουν την αξιοπιστία της μεθοδολογίας τους.

Και μεις πως τα πήγαμε φέτος;

Εμείς, το 2017 είχαμε μία πολύ καλή χρονιά στον Τουρισμό. Αλλά ακόμη και αυτό δεν οφείλεται τόσο πολύ στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού μας προϊόντος αλλά στην επιδείνωση της πολιτικής κατάστασης και αστάθειας που, δυστυχώς, χαρακτηρίζει τις περισσότερες τουριστικές χώρες στην ευρύτερη περιοχή. Πως θα είναι όμως του χρόνου;

Καλά, τίποτε άλλο; Ειλικρινά, ο γράφων δυστυχώς δεν διακρίνει καμμία άλλη αξιόλογη αλλαγή. Η κατάταξή μας στην διεθνή ανταγωνιστικότητα και στο επιχειρείν υποχώρησαν και φέτος ενώ η ανεργία, η κυριότερη ανισότητα από την οποία μαστίζεται η Ελληνική κοινωνία, παραμένει σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα. Έστω και αν το πρώτο τρίμηνο του έτους  σημειώθηκε κάποια αύξηση στις εγχώριες επενδύσεις, οι ξένες άμεσες επενδύσεις, η σημαντικότερη μηχανή ανάπτυξης κάθε κράτους, παραμένουν κολλημένες και μάλιστα σε μία ευρωπαϊκή συγκυρία, η οποία εφέτος ήταν ιδιαίτερα θετική. Φαίνεται όμως πως υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.

Βλέπετε, οι επιδόσεις μας στις εκθέσεις διεθνούς ανταγωνιστικότητας και του επιχειρείν είναι τα πρώτα πράγματα που κοιτάζουν οι υποψήφιοι επενδυτές αλλά και οι αγορές.

Καλά και η αξιολόγηση που, ως φαίνεται, πάει για πρώτη φορά να κλείσει στην ώρα της;

Μπορεί, αλλά αυτό δεν αποτελεί είδηση από αυτές που θα μπορούσαν να πείσουν τις αγορές ή τους υποψήφιους επενδυτές. Σημαίνει απλά ότι η Κυβέρνηση κάνει μία προσπάθεια παραπάνω έχοντας διαβάσει σωστά μία συγκυρία ευνοϊκή κατά την οποία οι εταίροι και δανειστές μας ούτως ή άλλως θέλουν σιγά-σιγά να αποσυρθούν βάζοντας πίσω τους τα προγράμματα στήριξης και μισοκλείνουν επομένως τα μάτια τους...

Διότι μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, ένα πράγμα αποκλείεται:  να μας εγκρίνουν και νέο δάνειο. Τους το έχουν ήδη κόψει οι ψηφοφόροι τους. Και βέβαια, αν το τέλος της εποχής των μνημονίων σημάνει και το τέλος των μεταρρυθμίσεων (ή μνημονίων,  αν προτιμάτε), τότε σίγουρα δεν πάμε καλά!

Και αυτό, διότι κάποιοι από τους δείκτες στους οποίους θα δώσουν τώρα σημασία οι υποψήφιοι επενδυτές αλλά και οι αγορές είναι κατά πόσον εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη νομοθετηθεί, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων και το άνοιγμα των αγορών.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι άλλοι δείκτες που θα τους επηρεάσουν και, που, αν δεν τους υποψιαζόμαστε, ενδέχεται να μας αιφνιδιάσουν. Ένας από αυτούς είναι κατά πόσον το κράτος ανακτά την εδαφική κυριαρχία που έχει απολέσει πάνω σε ένα σημαντικό και ιστορικό κομμάτι του Δήμου Αθηναίων από ομάδες τις οποίες δεν ελέγχει, ή ακόμη, η ανοχή μας στα καμώματα του Ρουβίκωνα.

Ένας άλλος πολύ σημαντικός δείκτης είναι η διάθεση των εργαζομένων να δεχθούν επιτέλους ότι η βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης στην οποία απασχολούνται είναι τα κλαδιά στα οποία κάθονται και πως αν επιμείνουν να τα πριονίζουν, θα κόψουν μαζί και το μέλλον τους αλλά και το μέλλον των παιδιών τους.

Λοιπόν, εσείς τι λέτε, πάμε καλά; Πολύ γρήγορα θα μας το δείξουν οι αγορές με τα επιτόκια που θα μας επιβάλουν. Διότι οι αγορές έτσι μιλάνε και έτσι χορεύουν, με αριθμούς.

reporter

Οι εκλογές στην Κεντροαριστερά καθορίζουν το αυριανό πολιτικό σκηνικό

eklogiko tmima psifoeltio

Με το βλέμμα στραμμένο στις εκλογές της κεντροαριστεράς -του σημερινού πρώτου και του δεύτερου γύρου την επόμενη Κυριακή- είναι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Νέα Δημοκρατία, καθώς από το πρόσωπο που θα εκλεγεί στην ηγεσία του νέου φορέα θα εξαρτηθεί και ως ένα βαθμό η στρατηγική των δυο κομμάτων.

Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης παρακολούθησαν με τη δέουσα προσοχή και με σαφείς αποστάσεις όσα διαδραματίστηκαν τους τελευταίους μήνες στο χώρο της κεντροαριστεράς, βεβαίως ο καθένας με βάση τη δική του στόχευση για τα μελλούμενα και τις διεργασίες που θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξουν.

Εξάλλου, τόσο ο πρόεδρος της κυβερνήσεως και επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης προσδοκούν πολιτικά οφέλη από τη συγκεκριμένη διαδικασία, καθώς ανάλογα το πρόσωπο που θα εκλεγεί στην ηγεσία του νέου φορέα της κεντροαριστεράς, εκτιμούν ότι θα υπάρξουν μετατοπίσεις στον πολιτικό χάρτη.

Από το πρόσωπο που θα βρεθεί στο τιμόνι του νέου φορέα που θα δημιουργηθεί μετά τις εκλογές, όπως έχει συμφωνηθεί, θα εξαρτηθεί όμως και η πορεία της κεντροαριστεράς και το πώς θα τοποθετηθεί έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Και αυτό διότι γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις μελλοντικές συμμαχίες και συνεργασίες και κυρίως τις μετεκλογικές, ειδικά σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας και σχηματισμού ευρύτερης κυβέρνησης.

Εξάλλου, ήδη από το Μέγαρο Μαξίμου συζητούν το θέμα να επαναφέρουν το θέμα της απλής αναλογικής με στόχο, εάν η νέα ηγεσία της κεντροαριστεράς αλλάξει άποψη, να ψηφιστεί και να ισχύσει όχι από τις μεθεπόμενες, αλλά από τις επόμενες εκλογές.

Από την άλλη πλευρά η ηγεσία της ΝΔ προσδοκά να προκύψει από τις εκλογές της κεντροαριστεράς, ένα πρόσωπο στην ηγεσία της με το οποίο θα μπορεί να υπάρξει καλύτερη επικοινωνία και πολιτική συνεννόηση σε κάποια βασικά θέματα. Παράλληλα, ενδόμυχα ελπίζουν ότι ίσως προκύψουν και φυγόκεντρες μεταρρυθμιστικών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων για να συμπορευθούν με την αξιωματική αντιπολίτευση.

Αναμφίβολα, και αυτό το αποδέχονται σε Μέγαρο Μαξίμου και Πειραιώς, τις μελλοντικές διεργασίες στο πολιτικό σύστημα θα προσδιορίσει, εκτός από το πρόσωπο που θα ηγηθεί και ο προσανατολισμός του νέου φορέα που θα ιδρυθεί μετά την εκλογή αρχηγού.

Και τα ερωτήματα που τίθενται είναι:

α) εάν ο νέος φορέας θα συνεργαστεί με τη ΝΔ για να σχηματισθεί κυβέρνηση στην περίπτωση που δεν υπάρξει αυτοδυναμία;

β) σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας και βεβαίως νίκης της ΝΔ θα συμφωνήσει να γίνει πρωθυπουργός ο Κυρ. Μητσοτάκης;

γ) πως θα τοποθετηθεί έναντι της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ να γίνουν εκλογές με απλή αναλογική.

Πολλά θα εξαρτηθούν και από την δυναμική που θα αναπτύξει ο νέος φορέας της κεντροαριστεράς, η ηγεσία και τα μέλη της οποίας θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα επαναληφθεί η συγκυβέρνηση με την ΝΔ ή εάν θα μπει στη διαδικασία να ψηφίσει απλή αναλογική για να ισχύσει στις επόμενες εκλογές.

Ήδη, όπως είχε αποκαλύψει και το Βήμα της Κυριακής πρόσφατα, το σχέδιο υπάρχει στο Μέγαρο Μαξίμου και οι σχετικές εισηγήσεις έχουν γίνει στον Πρωθυπουργό, ενώ πριν λίγες ημέρες και ο αρμόδιος υπουργός Εσωτερικών Πάνος Σκουρλέτης, είπε ότι εάν αλλάξει άποψη η ηγεσία της κεντροαριστεράς, «εδώ είμαστε».

Ο Πρωθυπουργός κατανοεί ότι πρέπει να υπάρξει το επόμενο διάστημα μια λογική σύγκλισης και πολιτικής επικοινωνίας με την κεντροαριστερά, αλλά αυτό θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από το πρόσωπο που εκλεγεί.

Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος της ΝΔ ευελπιστεί να φέρει κοντά του και άλλα πρόσωπα από το χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς, και θα κινηθεί αναλόγως μετά τις εκλογές, καθώς ήδη έχει αρκετά πρόσωπα από αυτόν τον χώρο στο ευρύτερο περιβάλλον του και σε εξωθεσμικά όργανα που έχει δημιουργήσει στο κόμμα.

Ως εκ τούτου η διαδικασία των δυο εκλογικών γύρων στην κεντροαριστερά καθίσταται άκρως ενδιαφέρουσα για το πολιτικό σύστημα. Πάνω απ’ όλα όμως το κρίσιμο στοιχείο είναι με ποιον τρόπο η κεντροαριστερά θα γίνει πιο δυνατή για να μπορέσει να ανασυνταχθεί και να αναγεννηθεί.

Εξάλλου όλοι συγκλίνουν στην ανάγκη αυτονομίας του νέου φορέα έναντι της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ και μένει αυτό να το σεβαστούν και να το υπηρετήσουν την επόμενη ημέρα.

του Άρη Ραβανού

"Αιδώς Αργείοι" - Η Ελλάδα μέρα με τη μέρα μετατρέπεται σε μπανανία

skitso arka banania

Το ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε δημοκρατία είναι γνωστό σε όλους.

Έχουμε ένα καθεστώς κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, όπου οι πολίτες προσέρχονται σε
εκλογές και ψηφίζουν τους αντιπροσώπους τους βουλευτές, που υποτίθεται θα τους εκπροσωπούν στο κοινοβούλιο, μέχρι την επόμενη εκλογική διαδικασία.

Και αυτό δεν είναι δημοκρατία, αλλά η ρεπάμπλικ που επέλεξαν τα δυτικά κράτη και υιοθέτησε και η Ελλάδα.

Όμως, έστω και σ’ αυτό το καθεστώς, υπάρχει μια θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου που θα πρέπει να τηρείται, για να είναι είναι έστω κατ’ ελάχιστον λειτουργικό και να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών και της πατρίδας.

Είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Η Νομοθετική εξουσία, που αποτελείται από το σώμα των βουλευτών, νομοθετεί, η Εκτελεστική εξουσία, που ασκείται από την Κυβέρνηση και το κράτος, εφαρμόζει τους νόμους και η Δικαστική Εξουσία ελέγχει την εφαρμογή των νόμων αλλά και τη συνταγματικότητα του παραγόμενου νομοθετικού έργου.

Στην Ελλάδα όλα αυτά έχουν παραβιασθεί βάναυσα και τα πάντα ελέγχονται ασφυκτικά από μια ευάριθμη και κλειστή ομάδα εξουσίας που εγκαθίσταται κάθε φορά στο Μέγαρο Μαξίμου.

Από κει εκπορεύονται οι νόμοι, και οι βουλευτές, κυριολετικά ως πρόβατα, ψηφίζουν κατά πώς αποφασίζει και διατάσσει, λες και πρόκειται για λόχο νεοσυλλέκτων, η κλειστή ομάδα του Μαξίμου.

Όσο για τη Δικαιοσύνη, ούτε αυτή μπορεί να παίξει το ρόλο της με βάση την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, γιατί οι ανώτατοι δικαστές, άκουσον άκουσον, διορίζονται από την κυβέρνηση και ελέγχονται από τον εκάστοτε υπουργό Δικαιοσύνης, δηλαδή από κείνους που κανονικά θα έπρεπε να ελέγχουν για τον τρόπο που ασκούν την εξουσία, που εφαρμόζουν τους νόμους και τηρούν το Σύνταγμα.

Τραγέλαφος.

Με άλλα λόγια, Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει, όσον αφορά την εκάστοτε κυβέρνηση και συγκεκριμένα την κλειστή ομάδα του Μαξίμου.

Αυτό, σε συνδυασμό με το νόμο περί Ευθύνης Υπουργών και την ασυλία που απολαμβάνουν οι βουλευτές, μετατρέπει το καθεστώς σε κωμωδία και τη χώρα κυριολεκτικά σε μπανανία.

Υπουργοί παρανομούν και έχουν το ακαταδίωκτο, παραβιάζοντας κατάφωρα το Σύνταγμα, το οποίο στο Άρθρο 4 αναφέρει ότι
1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Αυτή η κατάσταση έχει ως συνέπεια την σταδιακή καταστροφή όχι μόνο της χώρας αλλά και του ίδιου του Ελληνικού έθνους.

Αυτή η κατάσταση έχει ως συνέπεια να αναπαράγονται πάντα τα ίδια προβλήματα και οι ίδιες παθογένειες, ανεξάρτητα με το ποιο κόμμα και το ποια πρόσωπα βρίσκονται στην κυβέρνηση.
Και αυτό αποτελεί απόδειξη ότι το σύστημα αυτό πρέπει να αλλάξει.

Ο βουλευτής εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια και δεν υπάρχουν θεσμοθετημένες διαδικασίες συνεχούς λογοδοσίας στους πολίτες τους οποίους υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Δηλαδή, ο βουλευτής και το εκάστοτε κυβερνών κόμμα παίρνει «λευκή επιταγή» και όποιος θέλει να κλέψει κλέβει μπροστά στα μάτια του κόσμου, όποιος θέλει να ξεπουλήσει την δημόσια περιουσία την ξεπουλά, μπροστά στα μάτια των ανήμπορων πολιτών, όποιος θέλει να εξευτελίσει την πατρίδα, την εξευτελίζει διεθνώς, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να αποτραπούν όλα αυτά, ή να λογοδοτήσουν όσοι διαπράττουν αυτές τις αθλιότητες.
Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Δεν μπορεί οι εκάστοτε πρωθυπουργοί και αρχηγοί κομμάτων να μοιράζουν στις γκόμενές* τους υπουργικές και βουλευτικές θέσεις.

Δεν μπορεί να εκπροσωπούν τον Έλληνα πολίτη στο κοινοβούλιο και στην Ε.Ε. άτομα προφανώς ακατάλληλα, επειδή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είναι φίλοι με τον αρχηγό του κόμματος ή είναι γνωστοί από την παρουσία τους στα γήπεδα ή στην τηλεόραση.
Λίγο σεβασμό σ’ αυτήν τη χώρα.

Για όλα αυτά η κατάσταση αυτή πρέπει να αλλάξει.

Η σωρεία των σκανδάλων των προηγουμένων ετών, με κορυφαία τη σκανδαλάρα της SIEMENS και του Χρηματιστηρίου, αλλά και τα τελευταία γεγονότα, έχουν εξευτελίσει διεθνώς την πατρίδα μας. Παρατηρούν οι ξένοι τα όσα έγιναν και γίνονται καθώς και τις αγωνιώδεις και άγαρμπες κινήσεις για το κουκούλωμα του σκανδάλου, και αδυνατούν να πιστέψουν ότι μπορεί να συμβαίνουν αυτά σε μια σύγχρονη χώρα το 2017.

Αιδώς αναίσχυντοι πολιτικοί.
Να είστε σίγουροι ότι θα έλθει η ώρα που θα πληρώσετε.
Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν αυτό οι πραγματικά ελεύθεροι και ελευθερόφρονες πολίτες.

*Για όσους ενδεχομένως θεωρήσουν άκομψη τη χρήση της συγκεκριμένης λέξης, καλό είναι να δουν την σκληρή αλήθεια κατάματα, που είναι πολύ χειρότερη από αυτήν τη λέξη.

Του Σάββα Καλεντερίδη

Η απειλή του αναρχοφασισμού

anarxofasimos

Η​​ ανομία είναι σαν επιδημία. Περνάει από το ένα σώμα στο άλλο ώσπου να μην υπάρχει πλέον σώμα υγιές για να το αλώσει.

Ο αναρχοφασισμός δεν είναι πολιτικό φαινόμενο. Είναι η ψυχική παρόρμηση της αυθαιρεσίας που βρίσκει ζωτικό χώρο στο πλαίσιο της αγέλης, αυτήν που ο προοδευτικός λυρισμός βάφτισε «συλλογικότητα».

Η ξυρισμένη βοϊδοκεφαλή του χρυσαυγίτη που χτυπάει το Αφγανάκι κουβαλάει την ίδια σαβούρα με την αξύριστη τοιαύτη του μέλους του «Ρουβίκωνα» που απειλεί και εκβιάζει τον χειρουργό στον «Ευαγγελισμό» κ.α..

Και η μεν και η δε δοκιμάζονται από τη βάσανο της αυθαιρεσίας. Νόμος και για τη μεν και για τη δε είναι το «έτσι γουστάρω». Και «γουστάρουν» όλο και περισσότερα, αφού απέναντί τους έχουν μια κοινωνία φοβισμένη κι ένα κράτος που γυρνάει από την άλλη, όπως ο αστυνομικός στον παραβάτη «για να μην μπλέξει με χαρτούρες».

Στο σημείο αυτό η απειλή του αναρχοφασισμού γίνεται πολιτικό πρόβλημα. Υποκρισία σίγουρα εκ μέρους του κ. Τσίπρα, που απέφυγε τη συζήτηση καταφεύγοντας στη ρητορική του αμφιθεάτρου.

Το ζήτημα είναι αν αυτή η υποκρισία υποκρύπτει αμέλεια ή δόλο. Ισως το ερώτημα να είναι ρητορικό όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που αμφιβάλλω αν ξέρουν ότι o Ιούλιος Καίσαρ πέρασε τον Ρουβίκωνα για να καταλύσει τη δημοκρατία στη Ρώμη.

Εκτός κι αν το ξέρουν!!.

T. Θεοδωροπουλος