Σαβ10202018

Τελευταία ΕνημέρωσηΣαβ, 20 Οκτ 2018 12am

Back Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Αρθρα Αρθρα

Ο πάστορας, η αμερικανική μέγγενη κι η παράδοση Ερντογάν. O νέος υπό διαμόρφωση ρόλος της Ελλάδας

erdogan thronos

Η άρνηση της Άγκυρας να απελευθερώσει τον πάστορα Μπράνσον το προηγούμενο διάστημα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η επιβολή αμερικανικών κυρώσεων ήταν μία σαφής ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον διαβαίνει τον Ρουβίκωνα όσον αφορά τον Ερντογάν. Η με καθυστέρηση απελευθέρωση του πάστορα δεν φαίνεται πλέον ικανή να αντιστρέψει το βαρύ κλίμα.

Ο πρόεδρος Τραμπ εξέφρασε σχετική αισιοδοξία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται περισσότερο για συνήθη σε τέτοιες περιπτώσεις διπλωματική δήλωση και τίποτα περισσότερο. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, άλλωστε, έσπευσε να ζητήσει από τον Ερντογάν να απελευθερώσει όλους τους Αμερικανούς ή συνδεδεμένους με τους Αμερικανούς κρατούμενους.

Οι Αμερικανοί κατάπιαν πολλές προκλήσεις στην προσπάθειά τους να επαναφέρουν την Τουρκία στο δυτικό μαντρί. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, διαπίστωσαν ότι η υποχωρητική τακτική τους αντί να επιφέρει τουλάχιστον έναν συμβιβασμό με το νεοσουλτάνο, τον αποθράσυνε. Ούτε και τότε, όμως, πήγαν σε ρήξη. Προτίμησαν τις πλαγιοκοπήσεις, με σκοπό να τον πειθαναγκάσουν να κάνει βήματα πίσω.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εγγράφεται η παραπομπή στην αμερικανική Δικαιοσύνη του τραπεζίτη Αττίλα, ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό της οικογένειας Ερντογάν, είχε σπάσει το εμπάργκο με το Ιράν. Επίσης, η παραπομπή των σωματοφυλάκων του Τούρκου προέδρου, οι οποίοι είχαν βιαιοπραγήσει εναντίον Αρμενίων διαδηλωτών στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της εκεί επίσημης επίσκεψης.

Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι κινήσεις υπονόμευσης της τουρκικής οικονομίας που έχουν ως αποτέλεσμα τις μεγάλες απώλειες της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου. Και βεβαίως στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι πρωτοβουλίες του Κογκρέσου να εμποδίσουν την παράδοση των μαχητικών F-35 στην Τουρκία.

Όταν μετά την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού ο Ερντογάν είχε διαπιστώσει την απροθυμία της Ουάσιγκτον να ακολουθήσει την Άγκυρα σε μία μετωπική αντιπαράθεση με τη Ρωσία στη Συρία, είχα εκφράσει την εκτίμηση ότι -λόγω και του Κουρδικού- οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε δύσκολη περίοδο. Όταν αργότερα ο Τούρκος πρόεδρος προσέγγισε τη Μόσχα, η συσσώρευση πυκνών νεφών προμήνυε καταιγίδα.

Ο γεωπολιτικός εναγκαλισμός με τον Πούτιν και κυρίως το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 προκάλεσαν βαθύ ρήγμα, το οποίο -όπως είχα τότε προβλέψει- βαθαίνει αντί να γεφυρώνεται.

Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι ένα χρονικό σημείο, σχεδόν μέχρι το 2012, ο Ερντογάν ήταν ο εκλεκτός της Δύσης. Αυτό άλλαξε όταν άρχισε να ξεδιπλώνει τη δική του πολιτική ατζέντα και να εμφανίζει τάσεις γεωπολιτικής αυτονόμησης από τις ΗΠΑ. Το Κουρδικό έπαιξε βασικό ρόλο για να εκδηλώσει αυτές τις τάσεις. Η Ουάσιγκτον έχει ισχυρό λόγο που δεν θέλει να εγκαταλείψει το χαρτί των Κούρδων, παρά τις εκπτώσεις που τους τελευταίους μήνες έκανε για να τα βρει με την Άγκυρα.

Γεφυρώσιμο ή όχι το ρήγμα;

Η εκτίμηση που κυριαρχούσε αρχικά στην Ουάσιγκτον ήταν πως το χάσμα μπορεί να γεφυρωθεί. Μία σημαντική προσπάθεια ήταν η αποστολή του τότε υπουργού Εξωτερικών Τίλερσον στην Άγκυρα. Στις συνομιλίες που είχε με τον Ερντογάν είχε προσφέρει κάποια ανταλλάγματα κυρίως σχετικά με τους Κούρδους στη Συρία, αλλά ο Τούρκος πρόεδρος ζητούσε την έκδοση του Γκιουλέν και τον τερματισμό της αμερικανικής έρευνας για το τουρκικό τραπεζικό σύστημα.

Σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα των αμερικανικών προσπαθειών ήταν η συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν στο περιθώριο της τελευταίας συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Ο Αμερικανός πρόεδρος έγινε έξαλλος που ο Τούρκος ομόλογός του δεν τήρησε αμέσως την υπόσχεσή του να απελευθερώσει τον πάστορα. Όπως προανέφερα, η υπόθεση Μπράνσον ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και ελήφθη η απόφαση για επιβολή κυρώσεων.

Είναι ακριβώς μέσα σ’ αυτό το κλίμα που επιβλήθηκαν οι κυρώσεις. Υπενθυμίζουμε πως στις τουρκικές φυλακές υπάρχουν σήμερα 20 περίπου Αμερικανοί ουσιαστικά πολιτικοί κρατούμενοι. Μεταξύ αυτών είναι και τουρκικής καταγωγής υπάλληλοι του αμερικανικού προξενείου στην Κωνσταντινούπολη.

Χωρίς επουδενί να ταυτίζουμε τις περιπτώσεις, οι Αμερικανοί άρχισαν με κάποιες κυρώσεις και σταδιακά κλιμάκωσαν στο μέτωπο και της Ρωσίας και του Ιράν. Είναι, ωστόσο, σημαντικό ότι το τελευταίο διάστημα στην Ουάσιγκτον κερδίζει έδαφος η γραμμή για την ανάγκη να γίνουν κινήσεις με σκοπό το στρίμωγμα της Τουρκίας, έστω κι αν αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανοικτή ρήξη.

Σε αναζήτηση διάδοχης κατάστασης

Πριν τις τελευταίες εκλογές οι σχεδιαστές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αναζητούσαν διάδοχες προσωπικότητες και δυνάμεις, που -υπό προϋποθέσεις- θα μπορούσαν να προωθηθούν στο τιμόνι της Τουρκίας και οι οποίες ήταν πρόθυμες να αποκαταστήσουν τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις στο παραδοσιακό πλαίσιό τους. Οι αναζητήσεις αυτές συνδέονταν και με τις πληροφορίες ότι η υγεία του Τούρκου προέδρου εμφανίζει σημάδια επιδείνωσης.

Το αποτέλεσμα των εκλογών του περασμένου Ιουνίου, ωστόσο, έδειξε ότι αυτά τα σενάρια της αμερικανικής διπλωματίας ήταν αβάσιμα. Έδειξε ότι ο Ερντογάν παραμένει ο ηγέτης της Τουρκίας και μάλιστα με υπερεξουσίες, ως επικεφαλής ενός νέας σύνθεσης προσωποπαγούς καθεστώτος, το οποίο διαθέτει ισχυρή λαϊκή βάση στη «βαθιά Τουρκία». Με άλλα λόγια, για το ορατό μέλλον η Τουρκία είναι άρρηκτα δεμένη με το νεοσουλτάνο της, γεγονός που επανέφερε ακόμα πιο επιτακτικά το δίλημμα για τους Αμερικανούς.

Ο Ερντογάν φοβόταν πως εάν υποχωρούσε σ’ αυτό το ιδιότυπο μπραντεφέρ, η Ουάσιγκτον πιθανότατα δεν θα σταματήσει. Θα απαιτήσει πρόσθετα, με σκοπό να τον σύρει πίσω στο δυτικό μαντρί και μάλιστα με ταπεινωτικούς όρους. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε φροντίσει να αποχωρήσει επιδεικτικά από την αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ όταν μιλούσε ο Τραμπ.

Ήταν ένα μήνυμα και προς το εσωτερικό της Τουρκίας και προς τους ίδιους τους Αμερικανούς πως δεν κάνει πίσω. Και για να δείξει πως ο ίδιος δεν έκανε πολιτικά βήμα πίσω, μετά την απελευθέρωση του πάστορα, απάντησε στο ευχαριστήριο μήνυμα του Τραμπ ότι επρόκειτο για απόφαση της τουρκικής Δικαιοσύνης κι ότι αυτός δεν έβαλε καθόλου το χέρι του!

Προς ρήξη

Στο αμερικανικό κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής αρχίζει να επικρατεί πλέον η πεποίθηση πως ο Τούρκος πρόεδρος έχει ξεπεράσει τα όρια, πως δεν είναι αξιόπιστος και ως εκ τούτου δεν μπορούν να βρουν μαζί του έναν αξιόπιστο συμβιβασμό.

Μετά την υποχώρηση στο ζήτημα του Μπράνσον, μάλιστα, επιβεβαιώνονται όσοι υποστήριζαν πως η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει ο Τούρκος πρόεδρος είναι η γλώσσα της ισχύος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πιθανότατα η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει την τακτική της μέγγενης που εφαρμόζει και η οποία, εκτός από τις κυρώσεις, περιλαμβάνει και τις πλαγιοκοπήσεις που έχουν φέρει την τουρκική οικονομία σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Όπως προανέφερα, από την πλευρά του ο Ερντογάν είναι πεπεισμένος πως πίσω από το πραξικόπημα του 2016 ήταν οι Αμερικανοί. Είναι πεπεισμένος πως τον έχουν προγράψει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν τους έχει καμία εμπιστοσύνη και ως εκ τούτου είναι μάλλον απίθανο να επιστρέψει στο δυτικό μαντρί. Αυτό φάνηκε και από την αντίδρασή του στις αμερικανικές κυρώσεις. Επέβαλε συμμετρικές κυρώσεις εναντίον Αμερικανών υπουργών, σε μία προσπάθεια να δείξει ότι μιλάει επί ίσοις όροις με την Ουάσιγκτον.

Η κίνησή του εκείνη ήταν και μία προκαταβολική εξισορρόπηση στο επίπεδο των εντυπώσεων, λόγω της επικείμενης απελευθέρωσης του Μπράνσον και πιθανόν και των άλλων Αμερικανών. Μπορεί η απελευθέρωση του πάστορα να εκτόνωσε προσωρινά την ένταση, αλλά η εκτίμησή μου είναι ότι πιθανότατα το βήμα πίσω του Ερντογάν δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, το πρόβλημα θα λυθεί μόνο εάν ο Ερντογάν ουσιαστικά παραδοθεί. Το ενδεχόμενο αυτό, αν και δεν μπορεί θεωρητικά να αποκλεισθεί, για τους λόγους που προανέφερα, συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες. Γι’ αυτό και οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας ή θα επιδεινωθούν περαιτέρω, ή το πιθανότερο θα συνεχίσουν για ένα διάστημα να πελαγοδρομούν μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας πριν διολισθήσουν προς τη ρήξη.

Είναι προφανές πως από την εξέλιξη των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί σε καθοριστικό βαθμό και η διαμόρφωση των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα εξαρτηθεί και ο ρόλος της Ελλάδας. Έχω, άλλωστε, από την πρώτη στιγμή υπογραμμίσει ότι η ρήξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις εκ των πραγμάτων θα μετατρέψει την Ελλάδα στο δυτικό σύστημα ασφαλείας, από χώρα δεύτερης γραμμής, που ήταν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε χώρα πρώτης γραμμής

Σταύρος Λυγερός

Εσωστρέφεια στον δρόμο προς τις κάλπες

tsakalotos ko syriza

H κυβέρνηση φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα για τις συντάξεις, όπως έχει διαφανεί από το κλίμα υποδοχής του προσχεδίου του προϋολογισμού από Κομισιόν και Eurogroup, ωστόσο το θέμα θα ξεκαθαρίσει οριστικά λίγο πριν από την ψήφιση του προϋπολογισμού, τον Δεκέμβριο. Το Μαξίμου ελπίζει τώρα αυτό το κλίμα αισιοδοξίας να αποτυπωθεί και στις δημοσκοπήσεις του επόμενου διαστήματος.

Το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών περνάει σε μια φάση αβεβαιότητας, όμως οι εκτιμήσεις στο κυβερνητικό επιτελείο είναι ότι γρήγορα θα βρει τον δρόμο του. Την αίσθηση πάντως ότι τα στοιχήματα της βγαίνουν, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο, ήρθε χθες να διαταράξει το χρηματιστήριο και η πτώση των τραπεζικών μετοχών, ωστόσο αποφεύχθηκαν επίσημοι σχολιασμοί από Μαξίμου και ΥΠΟΙΚ.

Το απόγευμα, κύκλοι του ΥΠΟΙΚ ανέφεραν ότι δεν επικρατεί καμία ανησυχία και ότι η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη, ενώ απέδιδαν την αναστάτωση σε δημοσίευμα του Bloοmberg, την περασμένη Παρασκευή, για το ενδεχόμενο ελληνική τράπεζα να χρειαστεί άντληση κεφαλαίων ως το τέλος του χρόνου. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι αγορές αντέδρασαν υπερβολικά στο δημοσίευμα.

Σε αυτό το σκηνικό, όπου η κυβέρνηση, αμέσως μετά την έξοδο από το μνημόνιο αντιμετωπίζει τα ζητήματα της «επόμενης μέρας», φαίνεται να επιστρέφουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο οι «αρρυθμίες». Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν πρόκειται για άστοχες δηλώσεις και φάουλ επί της κυβερνητικής πολιτικής. Αντιθέτως, βγαίνουν στην επιφάνεια ενδείξεις για μια μάχη χαρακωμάτων στο εσωτερικό κόμματος και κυβέρνησης με επίδικο τα πρόσωπα και την πολιτική φυσιογνωμία που θα επικρατήσουν στη μετά το μνημόνιο εποχή του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβερνητικής του έκφανσης.

Επιπρόσθετα, τη δική του μάχη επιβίωσης δίνει και ο κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καμμένος, με αιχμή τη Συμφωνία των Πρεσπών που τον φέρνει, καταρχάς, σε ευθεία σύγκρουση με τον ΥΠΕΞ Νίκο Κοτζιά, με τον οποίο ανταλλάσσουν αιχμές το τελευταίο διάστημα.

Υπενθυμίζεται πως, μετά τις αντεγκλήσεις που προκάλεσε η εκτίμηση Κοτζιά, προ δύο εβδομάδων περίπου, ότι η Συμφωνία θα έρθει προς κύρωση τέλη Ιανουαρίου, το Μαξίμου κήρυξε «ανακωχή» διαμηνύοντας πως το θέμα οι δύο εταίροι θα το ξαναδούν τον Μάρτιο, εννοώντας ότι τότε θα έρθει η Συμφωνία στη Βουλή.

Πάντως ο ίδιος ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε να αδειάζει τον Καμμένο όταν από τη Νέα Yόρκη δήλωσε στην WSJ ότι η κυβέρνησή του θα επιβιώσει, αλλά δεν γνωρίζει τι θα συμβεί με τον κυβερνητικό εταίρο. Την ίδια ώρα πλέον λέγεται δημόσια ότι η κυβέρνηση θα περάσει τη συμφωνία των Πρεσπών ακόμα και σε βάρος του κυβερνητικού εταίρου.

Πέρα από τις κομψές διατυπώσεις που γίνονται κεντρικά, ότι η κοινοβουλευτική αριθμητική βγαίνει με βάση και τις δημόσιες τοποθετήσεις, χθες ο υπουργός Επικρατείας Χρ. Βερναρδάκης επικαλέστηκε ανοιχτά τις διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στους ΑΝΕΛΛ για το θέμα της Συμφωνίας.

Μετωπική

Την Τρίτη, αίσθηση προκάλεσε η συνέντευξη του βουλευτή Α΄ Αθήνας Νίκου Φίλη σε ιστοσελίδα, με κατά μέτωπο επίθεση (σε πρώτο πλάνο) στον Νίκο Παππά για την ΕΡΤ, κάνοντας λόγο για την ύπαρξη «παραδιοίκησης» στη δημόσια τηλεόραση, για τη διατήρηση ενός παλαιού καθεστώτος εξυπηρέτησης συντεχνιακών συμφερόντων και για εικόνα που θυμίζει την ΕΡΤ πριν από το «μαύρο».

Ωστόσο, βέλη υπήρξαν και προς την πλευρά του Μαξίμου, καθώς ο βουλευτής, αναφερόμενος στην κατάσταση της ΕΡΤ, κάνει λόγο για «κυβερνητική επιλογή». Βολές υπήρξαν και προς τον Τσακαλώτο, καθώς ο πρώην υπουργός Παιδείας αναφέρθηκε σε στοιχεία αυταρχισμού της οικονομικής πολιτικής, όπως στην περίπτωση των συντάξεων χηρείας και των κατασχέσεων σε μικρούς λογαριασμούς.

Ο πρώην υπουργός Παιδείας ασκεί συχνά δημόσια κριτική και θεωρείται μάλιστα ότι αυτή έχει ενταθεί από τη στιγμή που είδε την έξοδο από το κυβερνητικό σχήμα στον ανασχηματισμό του Οκτωβρίου του 2016, μετά τη σύγκρουση με την Εκκλησία. Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για προσωπική αντιπαράθεση με τον Νίκο Παππά, αντιθέτως, τόνισε πως είναι δικαίωμά του να ασκεί πολιτική κριτική εφόσον στηρίζει την κυβέρνηση και το έργο της χωρίς προϋποθέσεις.

Στο μεταξύ, τις προηγούμενες ημέρες το ΥΠΟΙΚ άφησε να διαρρεύσει η δυσαρέσκειά του για τα όσα μεταφέρει μέσω της «Αυγής» ο υφυπουργός ΥΨΗΠΤΕ Λευτέρης Κρέτσος (που θεωρείται «δεξί χέρι» του Νίκου Παππά) σχετικά με τα μέτρα στήριξης των έντυπων ΜΜΕ, ο οποίος «κολλάει» στον Ευκλείδη Τσακαλώτο (σύμφωνα με τα λεγόμενά του στην «Αυγή»), που δεν έχει υπογράψει την εκταμίευση του ποσού (10 εκατ. ευρώ συν 5 εκατ. για τα διαδικτυακά μέσα). Σύμφωνα με ανεπίσημες αντιδράσεις από την πλευρά του ΥΠΟΙΚ την περασμένη εβδομάδα, κανένα σχέδιο δεν έχει φτάσει στα χέρια του υπουργείου.

Εν ολίγοις, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος φαίνεται να είναι στο στόχαστρο, εν προκειμένω του υπουργού ΥΨΗΠΤΕ, αλλά όχι μόνο.

Στο στόχαστρο ο Τσακαλώτος

Δεδομένου ότι ο υπουργός Οικονομικών είναι εκείνος που βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή με τους δανειστές και λογοδοτεί απευθείας αναφορικά με την τήρηση των συμφωνηθέντων πολιτικών και πρωτοβουλιών, συχνά έχει κατηγορηθεί στο παρασκήνιο για ταύτιση με τους δανειστές και απροθυμία να συμπλεύσει με τους κεντρικούς πολιτικούς ελιγμούς.

Από μια άλλη μπάντα, π.χ. από την πλευρά Φίλη, ο οποίος συμπλέει με την εσωκομματική τάση των 53, αλλά εμφανίζεται να διεκδικεί και ρόλο έναντι του επικεφαλής της τάσης αυτής Ευκλείδη Τσακαλώτου, η στάση του υπουργού Οικονομικών θολώνει το αριστερό στίγμα της κυβέρνησης.

Στην εξίσωση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων μπορεί να προσθέσει κανείς και τον νέο γραμματέα του κόμματος Πάνο Σκουρλέτη, ο οποίος εξακολουθεί να παρεμβαίνει και να εκπροσωπεί πολιτικά την κυβέρνηση και παράλληλα να διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο του κόμματος στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής με κεντρικό αίτημα την τόνωση της αριστερής φυσιογνωμίας της, τώρα που το μνημόνιο έφυγε από τη μέση.

Τα παραπάνω αποτελούν ενδείξεις, όπως είπαμε, εσωτερικών συγκρούσεων για λόγους προσωπικής επικράτησης στη μάχη των συσχετισμών σε κόμμα και κυβέρνηση την επόμενη μέρα, με αντανάκλαση και στο πολιτικό στίγμα της διακυβέρνησης.

Το ερώτημα είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας στην επικείμενη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία μετατέθηκε για το Σαββατοκύριακο 13-14 Οκτωβρίου, θα «μαζέψει» αυτό το κλίμα και πώς γενικότερα θα διαχειριστεί αυτή την κατάσταση στην πορεία προς τις εκλογές...

topontiki

Το «παιχνίδι» τώρα αρχίζει – Από τα Βαλκάνια στην Ανατολική Μεσόγειο

xartis anat messog

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ δύο γεωπολιτικών σύμπλοκων, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ρευστότητα. Η ρευστότητα, μάλιστα, στην Ανατολική Μεσόγειο είναι μεγαλύτερη από τη βαλκανική.

Δεν έχει πολλά περιθώρια η Ελλάδα να είναι απούσα, ιδιαιτέρως στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Κύπρος απειλείται, η Τουρκία προκαλεί με ακραίες αυθαιρεσίες, και όποιος νομίζει ότι εγκαταλείποντας για άλλη μια φορά την Κύπρο θα έχει την ησυχία του ο ελλαδικός χώρος, πλανάται πλάνην οικτράν.

Το ίδιο και στα Βαλκάνια. Θέλουμε – δεν θέλουμε, είναι η αυλή μας. Όπως και η Ελλάδα είναι η αυλή των άλλων βαλκανικών χωρών.

Η σύγκλιση Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου αποτέλεσε μια γεωπολιτική νομοτέλεια για την υπεράσπιση των συμφερόντων των τεσσάρων χωρών. Τα αποτελέσματά της άρχισαν να φαίνονται. Οι τελευταίες συναντήσεις οδήγησαν στην υπογραφή κατασκευής του αγωγού από την Κύπρο στην Αίγυπτο, και χωρίς να γίνουν γνωστές πολλές λεπτομέρειες, προχώρησαν τις συζητήσεις και για την κατασκευή του Eastmed, του αγωγού που θα συνδέει Μέση Ανατολή με Κύπρο, λοιπό ελλαδικό χώρο και Ευρώπη. Παρακάμπτοντας την Τουρκία. Κανείς δεν αποκλείει η σύγκλιση των χωρών που προαναφέρθηκαν να έχει και στρατιωτική διάσταση.

Ο ταραχοποιός της περιοχής είναι η Τουρκία του Ερντογάν. Άρχισε πάλι να απειλεί, αλλά είναι απομονωμένος. Οι επιλογές του Τούρκου προέδρου μπορεί να αποβούν μοιραίες για τη χώρα του. Με μια άλλη πολιτική στην περιοχή ίσως να πετύχαινε περισσότερα. Η παθολογική αίσθηση, όμως, ενός νεοοθωμανικού μεγαλείου που πρέπει να αναβιώσει, τον οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Ακόμη και αν βελτιωθούν οι σχέσεις του με ΗΠΑ και Ισραήλ, το γυαλί έχει ραγίσει.

Οι Δυτικοί δεν θέλουν να παραδώσουν την Τουρκία στη Ρωσία, αλλά και δεν πρόκειται να την δεχθούν πίσω όπως προηγουμένως. Ήδη έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για προώθηση της πολιτικής ΗΠΑ και Ισραήλ με εναλλακτικές συμμαχικές δομές.

Το ρωσοτουρκικό ειδύλλιο δεν θα κρατήσει για πολύ. Μπορεί μετά τη συνάντηση Πούτιν-Ερντογάν να βρέθηκε μια σολομώντεια λύση στο θέμα του Ιντλίμπ, αλλά η λύση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη Συρία έστω κι αν το καθεστώς Άσαντ εξέφρασε την ικανοποίησή του.

Δύο μέρες μετά την εκδήλωση αυτής της ικανοποίησης, η συριακή αεράμυνα, όπως όλα δείχνουν, κατέρριψε κατά λάθος ένα ρωσικό κατασκοπευτικό αεροπλάνο και ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου εξέφρασε την απορία του γιατί ο Άσαντ δεν συνομίλησε με τον Πούτιν. Η σημειολογία λέει πως είναι έκδηλη η δυσαρέσκεια της Δαμασκού από τον τρόπο που χειρίζεται, πλέον, τις εξελίξεις στη Συρία η Μόσχα.

Ο Πούτιν πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ Άσαντ και Ερντογάν, αν και φαίνεται να χειρίστηκε εξαιρετικά την πολιτική διάσταση της κατάρριψης του αεροπλάνου του.

Στα Βαλκάνια, μια δημοσκόπηση στα Σκόπια την εβδομάδα που πέρασε και έδινε οριακή νίκη στο «Ναι» ανησύχησε την πολιτική ηγεσία και τη διεθνή κοινότητα και ενέτεινε τις κινήσεις υποστήριξης του Ζάεφ και των επιλογών του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί ενδιαφέρονται για τα Βαλκάνια. Διαφορετικά δεν θα έστελναν τον υπουργό Άμυνάς τους να εκφράσει και αυτός την υποστήριξή του στην κυβέρνηση των Σκοπίων και στη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο Μάτις όχι μόνο έφθασε στα Σκόπια μετά φανών και λαμπάδων, αλλά φρόντισε να κάνει και μια ηχηρή δήλωση: ότι οι Ρώσοι χρηματοδοτούν πολιτικούς φορείς και κινήσεις για να περάσει το «Όχι». Δεν μπορεί να επιβεβαιώσει κανείς τον ισχυρισμό του Αμερικανού υπουργού, αλλά τίποτε δεν αποκλείεται σε έναν χώρο όπως τα Βαλκάνια, φημισμένο για την πολυπλοκότητά του.

Οι Ρώσοι έχουν συμφέρον να μην περάσει η συμφωνία διότι κατά μία –μικρή– εκδοχή μπορεί να μείνουν τα Σκόπια εκτός ΝΑΤΟ. Και αυτό είναι που ενδιαφέρει τη Μόσχα. Δεν είναι όμως σίγουρο πως ακόμη και αν καταψηφιστεί η Συμφωνία δεν θα προχωρήσει η Ατλαντική τους πορεία.

Η ευρωπαϊκή πορεία τους μπορεί να μην πάει καλά, αλλά η ΝΑΤΟϊκή θα προχωρήσει. Ίσως μια τέτοια εξέλιξη να είναι και προς το συμφέρον της Ελλάδας.

Άλλωστε, ο πρωθυπουργός της χώρας Ζόραν Ζάεφ έχει δηλώσει πως το δημοψήφισμα έχει συμβουλευτικό σκοπό. Δεν σημαίνει πως αν περάσει το «Όχι» δεν θα εφαρμοστούν όσα συμφωνήθηκαν στις Πρέσπες. Αλλά κακά τα ψέματα. Μια απόρριψη της Συμφωνίας θα δημιουργήσει προβλήματα.

Εκτίμησή μας είναι ότι το «Ναι» θα υπερισχύσει. Η συντριπτική πλειονότητα των Αλβανών, σε ποσοστό άνω του 90%, είναι υπέρ της Συμφωνίας για να προχωρήσει η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, θεσμοί εντός των οποίων οι Αλβανοί πιστεύουν πως θα έχουν τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν το εθνικό τους όραμα.

Η συμφωνία είναι αρνητική για την Ελλάδα. Κυρίως διότι αναγκάζει την Αθήνα να αναγνωρίσει μακεδονική εθνότητα. Διότι αναγνώριση, ως μακεδονικής, γλώσσας και ταυτότητας είναι τα δύο κυριότερα προαπαιτούμενα για τη διαμόρφωση εθνότητας. Αυτό το λάθος δεν διορθώνεται.

Μια ελληνική υπαναχώρηση, αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα, θα μπορούσε να ήταν, σε περίπτωση υπερίσχυσης του «όχι», να συναινέσει η Αθήνα στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ με το αναγνωρισμένο στον ΟΗΕ όνομα. Έτσι, και οι Σκοπιανοί θα ήταν ικανοποιημένοι αφού δεν θα άλλαζε το συνταγματικό τους όνομα, και η διεθνής κοινότητα, αφού η κύρια επιδίωξη που είναι η ένταξη στη συμμαχία θα είχε ικανοποιηθεί, και η Ελλάδα δεν θα συρόταν σε επίσημη αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας. Κακό μεν, αφού χάνεται το ΝΑΤΟϊκό χαρτί, το μικρότερο κακό δε, αφού θα αποφευχθεί κάτι χειρότερο.

Τις ημέρες που πέρασαν η ιστοσελίδα politico.eu είχε ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ. Ο απεσταλμένος της στα Σκόπια μίλησε με περιθωριακά πολιτικά πρόσωπα της γειτονικής χώρας που θέλουν να εμφανίζονται ως εκφραστές της πολιτικής είτε της Ρωσίας είτε της Κίνας. Σαν και αυτούς που διεκδικούν και στην Ελλάδα ανάλογους ρόλους.

Το κρίσιμο από το ρεπορτάζ είναι η ανάδειξη του κινεζικού ενδιαφέροντος για τις εξελίξεις στα Σκόπια, κάτι που εξηγεί και την αμερικανική παρουσία.

Οι Κινέζοι ενδιαφέρονται να διαμορφώσουν τον Belt and Road (τον νέο Δρόμο του Μεταξιού) που θα τους διευκολύνει στο παγκόσμιο εμπόριό τους. Έχουν ως βάση στην περιοχή το λιμάνι στον Πειραιά και θέλουν να βοηθήσουν στη διαμόρφωση ενός οδικού δικτύου που θα τους οδηγεί μέχρι το Ρότερνταμ και τη Βουδαπέστη. Στο σχέδιο αυτό ο οδικός άξονας μέσω Σκοπίων και Σερβίας ήταν η καλύτερη επιλογή που θα είχαν.

Τα Σκόπια είναι η ΝΑΤΟϊκή τρύπα στα Βαλκάνια. Με την ένταξή τους στη συμμαχία υπάρχει ένας ΝΑΤΟϊκός –και κατά συνέπεια αμερικανικός– έλεγχος στις οδικές ροές από τον Νότο προς τον Βορρά. Αυτή η ανάλυση αναδεικνύει έναν από τους πολλούς λόγους του ενδιαφέροντος της Ουάσινγκτον για τα Βαλκάνια, και στην προκειμένη περίπτωση για τα Σκόπια και την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ.

Του Παντελή Σαββίδη

Το μίσος τρώει τα σωθικά κοινωνίας και πολιτικής

zak mat

Μια εξηντάχρονη Γερμανίδα καθαρίστρια, χωρισμένη με παιδιά, ερωτεύεται τον γκασταρμπάιτερ Μαροκινό Αλι που δεν είναι ούτε σαράντα ετών. Η οικογένειά της δεν θα υποδεχθεί με ψυχραιμία αυτή τη θυελλώδη σχέση. Πρόκειται για το κινηματογραφικό αριστούργημα «Ο φόβος τρώει τα σωθικά» του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ που όχι μόνο είναι ξανά επίκαιρο, λόγω των κλυδωνισμών που έχουν προκαλέσει στη Γερμανία και σε όλη την Ευρώπη οι μεταναστευτικές ροές, αλλά επιπλέον παραμένει μια ταινία αλληγορική και σύγχρονη, παρά το γεγονός ότι κυκλοφόρησε το 1974.

Ο φόβος απέναντι σε όλες τις εκδοχές της διαφορετικότητας –θρησκευτική, φυλετική, ηλικιακή, πολιτική, σεξουαλική, οικονομική– παράγει μίσος και «τρώει τα σωθικά» της Δύσης. Η Ελλάδα, όχι μόνο δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μάλλον χαρακτηρίζεται εντονότερα από άλλες χώρες από μίσος και φόβο, αφού σχεδόν όλα τα θέματα της επικαιρότητας μεταβάλλονται σε αφορμές για την εκδήλωση σύγκρουσης και διχασμού. Ποια είναι η αιτία αυτής της μόνιμης εχθροπάθειας;

Το διχαστικό κλίμα αποδίδεται από πολλούς πρωτίστως στην πολιτική διαχείριση του συλλογικού θυμικού από τον ΣΥΡΙΖΑ. «Η ένταση και η ακραία πόλωση είναι μια συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης», λέει στην «Κ» ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. Κωστής Χατζηδάκης, ο οποίος έχει υπάρξει θύμα επίθεσης μίσους στις 15 Δεκεμβρίου 2010 καθώς περπατούσε κοντά στη Βουλή κατά τη διάρκεια διαδήλωσης.

«Εσπασαν το παγκόσμιο ρεκόρ στη δημαγωγία, έκαναν τους φτωχούς φτωχότερους και τώρα ενόψει εκλογών επιχειρούν να αντιδράσουν με όψιμη παροχολογία και φυσικά με ένταση, πόλωση και διχαστική αντιδεξιά ρητορική. Η απάντηση, όμως, στον διχασμό δεν μπορεί παρά να είναι η θετική πρόταση για την επόμενη ημέρα και η επίγνωση ότι καμία κοινωνία δεν έλυσε τα προβλήματα μέσα από το μίσος».

Η νομιμοποίηση

Μπορεί η κυβέρνηση να έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την υποδαύλιση του μίσους μέσα από τη συντήρηση αντιμνημονιακών μύθων – όπως για παράδειγμα τις αιχμές που άφησε ο πρωθυπουργός στο «διάγγελμα της Ιθάκης» στις 21 Αυγούστου ότι ο Λουκάς Παπαδήμος, που ψηφίστηκε τον Νοέμβριο του 2011 από 255 βουλευτές τριών κομμάτων, δεν έγινε πρωθυπουργός με δημοκρατικό τρόπο.

Ωστόσο, η κυβερνητική νομιμοποίηση του μίσους παράγει βία, φραστική και μη, που απειλεί και την ίδια την κυβέρνηση, όπως έδειξαν η επίθεση προ ημερών στην Καλαμάτα από ομάδα ακροδεξιών κατά του βουλευτή Μεσσηνίας του ΣΥΡΙΖΑ Πέτρου Κωνσταντινέα, τα επεισόδια και οι τραυματισμοί στις πορείες μνήμης για τα πέντε χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αλλά και το εμφανώς εχθρικό κλίμα που καλλιεργείται κατά του ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν σε ολόκληρη τη Μακεδονία λόγω της συμφωνίας των Πρεσπών.

Ο διευθυντής ερευνών της διαΝΕΟσις Κυριάκος Πιερρακάκης συνδέει το μίσος με την εξαιρετικά χαμηλή εμπιστοσύνη που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, αφού όπως έδειξε πρόσφατη έρευνα του Οργανισμού, μόλις το 8,7% των Ελλήνων θεωρούν ότι οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να είναι άξιοι εμπιστοσύνης, ενώ ένας στους πέντε ανησυχεί για το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου. «Οταν υπάρχει η αίσθηση ότι δεν ανήκεις στο ίδιο σύνολο με τον άλλον, τότε υπάρχει χαμηλή εμπιστοσύνη, η οποία είναι η αναγκαία συνθήκη για εκδηλώσεις βίας και μίσους».

Οι παρατηρήσεις αυτές συνδέονται με όσα αναφέρει ο Ντέιβιντ Ιγκλμαν στο βιβλίο του «The Brain: The Story of You» (Pantheon, 2015). Ο γνωστός νευροεπιστήμονας παρουσίασε πειράματα που αποδεικνύουν ότι η προπαγάνδα, τα αρνητικά μηνύματα γενικότερα κατά μιας ομάδας ανθρώπων μπορεί να προκαλέσουν μεγάλη μείωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας στον προμετωπιαίο φλοιό όταν αντικρίζουμε ανθρώπους της ομάδας αυτής.

Με άλλα λόγια, όταν ζούμε σε ένα περιβάλλον φορτισμένο από ομοφοβία, ρατσισμό ή μίσος κατά δεξιών ή αριστερών, ο εγκέφαλός μας αντιδρά απέναντι στην εκάστοτε κατηγορία ανθρώπων σαν να πρόκειται για άψυχα αντικείμενα και όχι για ανθρώπους.

Απλώνεται, δηλαδή, αργά και σταθερά μια κοινωνική ασθένεια απανθρωποποίησης ολόκληρων κοινωνικών ομάδων και όταν αυτό ξεπεράσει ένα όριο ανοίγει ο δρόμος για εκδηλώσεις μίσους και για ρατσιστικές επιθέσεις, που μπορούν στην ακραία μορφή τους να καταλήξουν ακόμα και σε γενοκτονίες και εμφυλίους πολέμους.

Μέσα από αυτό τον μηχανισμό εξηγείται η ευκολία με την οποία νομοταγείς πολίτες μπορεί να χάσουν τον έλεγχο του εαυτού τους και να χτυπούν μέχρι τέλους αδύναμους και αβοήθητους ανθρώπους, όπως έγινε στην περίπτωση του τραγικού θανάτου του ακτιβιστή Ζακ Κωστόπουλου.

Εξηγείται επίσης η απανθρωποποίηση που χαρακτήρισε εσχάτως τον επίσημο κυβερνητικό λόγο, τόσο σε ό,τι αφορά τους νεκρούς στο Μάτι (οι οποίοι έφτασαν να κατηγορηθούν για τον ίδιο τον θάνατό τους), όσο και τους συνταξιούχους που πλησιάζουν τα 70 (οι οποίοι υποτίθεται ότι δεν επιβαρύνουν το ασφαλιστικό σύστημα αφού πεθαίνουν σύντομα μετά τα 70 και άρα δεν χρειάζεται να μειωθούν οι συντάξεις).

Στην Ελλάδα, η τοξικότητα στον δημόσιο λόγο γίνεται συχνά εντονότερη «λόγω της εξαιρετικά χαμηλής αξιοπιστίας των μέσων ενημέρωσης, η οποία ανοίγει τον δρόμο για την επικράτηση των ψευδεπίγραφων ειδήσεων (fake news) από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», παρατηρεί ο καθηγητής Διεθνούς Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Νίκος Παναγιώτου.

Κοινωνική τοξικότητα

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχεδόν επιβάλλουν την απανθρωποποίηση των άλλων στα μάτια των χρηστών τους (δηλαδή σχεδόν όλων μας) γιατί το κυριότερο χαρακτηριστικό τους είναι ότι εξασφαλίζουν επικοινωνία με ανωνυμία και εδραιώνουν επαφές ανθρώπων χωρίς πρόσωπα.

Με αυτό τον τρόπο έχει ανοίξει ένα «πορτάκι» στον εγκέφαλο από το οποίο, με κάθε αφορμή, ξεχειλίζει μίσος και τοξικότητα στον δημόσιο χώρο, ένα μίσος που υπό συνθήκες κανονικής ανθρώπινης επαφής θα παρέμενε κλειδωμένο και περιορισμένο από τις θεμελιώδεις αρχές του ουμανισμού που επικράτησαν στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα social media δηλαδή έχουν μετατραπεί σε έναν κοινωνικό μηχανισμό αρνητικής ανατροφοδότησης όπου σχεδόν κάθε γεγονός σε κάθε κοινωνία, πραγματικό ή υποβολιμαίο από επιδέξιους προπαγανδιστές, μεταβάλλεται σε θρυαλλίδα νέων εκρήξεων μίσους που αυξάνουν την κοινωνική τοξικότητα μέσα στην οποία εκδηλώνονται ακόμα περισσότερα περιστατικά μίσους. Πραγματικά, δηλαδή, το μίσος και ο φόβος «τρώνε τα σωθικά»

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Αναζητώντας τα.... 2 εκ. αποκαρδιωμένους και χαμένους από τις κάλπες ψηφοφόρους

psifodeleta eklog tmim

Οι εκλογές του 2004 ήταν η τελευταία φορά που η Ελλάδα πήγε αμέριμνη στις κάλπες. Σε μια ατμόσφαιρα ευφορίας, αυτοπεποίθησης και ανέφελης αισιοδοξίας, περισσότεροι από 7.500.000 συμπολίτες μας συμμετείχαν στο δημοκρατικό πανηγύρι. Η ΝΔ του Κώστα Καραμανλή κέρδισε τις εκλογές, με 3.360.000 ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου συγκέντρωσε λίγο πάνω από 3.000.000 ψήφους. Κι ύστερα, όταν έκλεισαν οι κάλπες, περιμέναμε να αρχίσει η γιορτή.

Πρώτα το ποδοσφαιρικό θαύμα της Πορτογαλίας, έπειτα οι Ολυμπιακοί αγώνες, αργότερα η Γιουροβίζιον, ενδιαμέσως συμβασιούχοι και σταζ, αυξήσεις της δημόσιας δαπάνης με δανεικά. Πέρασαν τέσσερα ωραία, ηλιόλουστα και ανέμελα χρόνια. Κι ύστερα ο καιρός χάλασε απότομα...

Φαστ φόργουορντ, δέκα χρόνια αργότερα. Τον Ιανουάριο του 2015, ως τις κάλπες έφθασαν μόνον 6.330.000 πολίτες. Και τον Σεπτέμβριο του 2015, τα ψηφοδέλτια που μετρήθηκαν στην κάλπη ήταν λίγο περισσότερα από 5.500.000. Στις εκλογές εκείνες, το κόμμα που νίκησε και σχημάτισε κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ, πήρε 1.920.000 ψήφους. Ένα εκατομμύριο και κάτι λιγότερες ψήφους, δηλαδή, από όσες είχε συγκεντρώσει ο ηττημένος, ο δεύτερος των εκλογών του 2004.

Μέσα σε μια δεκαετία, δύο εκατομμύρια συμπολίτες είχαν «εξαφανιστεί», είχαν πάρει τον ομματιών τους και είχαν αποσυρθεί από την εκλογική διαδικασία.

Οι άνθρωποι ψήφιζαν με τα πόδια τους: απέσυραν την εμπιστοσύνη τους και απομακρύνονταν από την δημόσια σφαίρα, από τα κόμματα, την πολιτική γενικά, ακόμη και από την απλούστερη, την πιο ελεύθερη και γιορταστική στιγμή της, την στιγμή των εκλογών. Έχει αλλάξει κάτι στο μεταξύ; Αν κάτι άλλαξε, είναι μάλλον προς το χειρότερο. Οι περισσότεροι ειδικοί εκτιμούν πως αν στις επόμενες εκλογές, όποτε γίνουν, η συμμετοχή ξεπεράσει τα πέντε εκατομμύρια ψηφοφόρων, θα πρέπει να το γιορτάσουμε.

Καθώς, λοιπόν, ο κύκλος των αρχηγών στην Θεσσαλονίκη ολοκληρώθηκε και από το βήμα της ΔΕΘ κηρύχθηκε η έναρξη της προεκλογικής περιόδου, ένα ερώτημα, φυσικά, είναι ποιος μας φάνηκε πιο πειστικός, ειλικρινής, ρεαλιστής, ποια από τις εξαγγελίες που ακούστηκαν μοιάζει σχετικά πιο αξιόπιστη.

Μα το αληθινά σημαντικό ερώτημα είναι αν αυτή η παρέλαση των αρχηγών, των υποσχέσεων και των προγραμμάτων κατάφερε να συγκινήσει κάπως το αποκαρδιωμένο εκλογικό σώμα των αναχωρητών της Δημοκρατίας.

Αν κατάφερε να δώσει κάτι από εκείνη την χαμένη αίσθηση αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης που κινούσε την χώρα στο μακρινό 2004. Αν μπορεί να αρχίσει σιγά-σιγά να γεφυρώνει το χάσμα που άνοιξε ανάμεσα στους ιδιωτεύοντες πολίτες- θυμωμένους ή απογοητευμένους, «αντισυστημικούς» ή απλώς δύσπιστους- και τον επίσημο λόγο των κομμάτων.

Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο κεντρικοί παίκτες, Τσίπρας και Μητσοτάκης, εμφανίστηκαν στην Θεσσαλονίκη με περισσότερη αυτοσυγκράτηση απ’ όση περιμέναμε (ιδίως ο Τσίπρας) να γέρνουν περισσότερο προς τον ρεαλισμό παρά προς την παράδοση των παροχών, διαβασμένοι αν και όχι αλάνθαστοι (βλέπε: ατάκα Τσίπρα για ετοιμοθάνατους συνταξιούχους) και έκαναν μια αξιοπρόσεκτη προσπάθεια, ο καθένας για λογαριασμό του (ο Μητσοτάκης περισσότερο), να προσφέρουν έναν αντικαταθλιπτικό ορίζοντα ελπίδας. Αλλά ο πήχης ήταν πολύ ψηλά. Και η αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης πολύ δύσκολη. Πολύ εύθραυστη.

Αρκεί ένα τουίτ του Πολάκη για να γκρεμίσει τέσσερις ώρες συνέντευξης Τσίπρα. Αρκεί ένας Πινοσέτ στο στόμα ενός βουλευτή της ΝΔ για να καταπιεί τον λόγο Μητσoτάκη το φιδάκι και να γυρίσει το πιόνι της εμπιστοσύνης πίσω στο πρώτο τετραγωνάκι.

Υπάρχει μια εγγενής αντίφαση εδώ. Ο εκλογικός ανταγωνισμός απαιτεί και προϋποθέτει την ασυμφιλίωτη, μέχρις εσχάτων αντιπαράθεση των ανταγωνιστών που διεκδικούν το έπαθλο της κάλπης. Μα αυτή η αντιπαράθεση, όταν περνά τα όρια (και συνήθως τα περνά) ανατροφοδοτεί και διευρύνει τον κύκλο της δυσπιστίας, της απόστασης των πολιτών από την πολιτική, σαν κάτι που δεν τους αφορά, τους περιφρονεί και το περιφρονούν. Αυτό είναι το δύσκολο δίλημμα:

Για να κερδίσουν τις εκλογές πρέπει να ανταγωνίζονται όσο πιο σκληρά γίνεται, ο ένας τον άλλον. Μα για να κερδίσουν την χαμένη εμπιστοσύνη, πρέπει κάπου, κάπως να βρουν έναν τρόπο να κάνουν κάτι μαζί. Με αυτό το μέτρο ας κριθεί του καθενός η επίδοση στην Θεσσαλονίκη.

Παύλος Τσίμας