Δευ06172019

Τελευταία ΕνημέρωσηΔευ, 17 Ιουν 2019 1am

Back Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Αρθρα Αρθρα

Εκλογικός μετεωρισμός και κυβερνητική ευστάθεια

tsipras mito face 2 face

Παρά τους κατά καιρούς κλυδωνισμούς, με πιο πρόσφατο το σοκ από την φονική πυρκαγιά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παραμένει σε γενικές γραμμές ευσταθής. H εξαρχής τακτική του Μητσοτάκη να την ανατρέψει με “γιουρούσι”, προκαλώντας πρόωρες εκλογές, δεν είχε προϋποθέσεις επιτυχίας και τα γεγονότα το απέδειξαν. Η κυβέρνηση Τσίπρα ναι μεν χάνει εκλογικό έδαφος, αλλά δεν καταρρέει. Οι πολίτες είναι εδώ και καιρό σε πολύ μεγάλο βαθμό δυσαρεστημένοι μαζί της, αλλά στην πλειονότητά τους δεν ήθελαν εκλογές.

Η διαπίστωση αυτή, που με μικρές διαφοροποιήσεις καταγραφόταν στις δημοσκοπήσεις, σκιαγραφούσε και σκαιαγραφεί μία ασταθή πολιτική ισορροπία. Οι πολίτες, που δυσφορούν και παίρνουν αποστάσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν επεδίωκαν την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, επειδή δεν έβλεπαν ότι μία κυβερνητική αλλαγή θα άλλαζε τα πράγματα.

Η βασική αιτία της διάχυτης κοινωνικής δυσαρέσκειας ήταν τα αλλεπάλληλα επώδυνα μνημονιακά μέτρα (περικοπές, υπερφορολόγηση, πλειστηριασμοί κλπ). Πέρα από την οργή τους για τέτοιου είδους μέτρα, οι πολίτες έχουν συνείδηση πως η επάνοδος των “γαλάζιων” στην εξουσία δεν θα οδηγούσε έστω σε χαλάρωση της πίεσης που υφίσταντο. Κρίνοντας και από το παρελθόν και από τις διακηρύξεις του Μητσοτάκη θεωρούσαν ότι μία κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ θα συνέχιζε να βαδίζει στο ίδιο μνημονιακό μονοπάτι και ως εκ τούτου ουσιαστικά θα εφάρμοζε αυτά που εφάρμοζε και η κυβέρνηση Τσίπρα.

Εκλογικός μετεωρισμός

Το γεγονός αυτό ενίσχυε το φαινόμενο της φυσιολογικής εκλογικής αδράνειας. Εκτός αυτού, όμως, πρέπει να συνυπολογισθεί πως ένα μεγάλο ποσοστό του εκλογικού σώματος που κινείται στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς έχει ισχυρές ιδεολογικοπολιτικές αναστολές να ψηφίσει τη ΝΔ. Οι παλαιότερες γενιές, μάλιστα, έχουν και πρόσθετη αναστολή να ψηφίσουν έναν Μητσοτάκη.

Από την άλλη πλευρά, όσοι λόγω των Μνημονίων είχαν εγκαταλείψει εκλογικά το ΠΑΣΟΚ και είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είναι τώρα κατά κανόνα από δυσαρεστημένοι έως εξοργισμένοι με την κυβέρνηση Τσίπρα. Για τον λόγο που προαναφέραμε, όμως, δεν επιστρέφουν στο ΠΑΣΟΚ και το εγχείρημα του ΚΙΝΑΛ δείχνει πως δεν έχει τις προϋποθέσεις να τους κάνει να αλλάξουν στάση.

Το αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης πολιτικοεκλογικής αντίφασης είναι ένας μεγάλος αριθμός κεντροαριστερών ψηφοφόρων, λόγω και της ανυπαρξίας μίας αξιόπιστης αντιμνημονιακής πολιτικής δύναμης με προοπτική εξουσίας, εδώ και καιρό να έχει περιέλθει σε κατάσταση εκλογικού μετεωρισμού. Η ιδιότυπη αυτή πολιτική ατμόσφαιρα δημιούργησε μία μάλλον ασταθή ισορροπία, η οποία, ωστόσο, εκ των πραγμάτων εξασφάλισε χρόνο στην κυβέρνηση.

Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησαν και δύο ακόμα παράγοντες. Ο πρώτος είναι ότι το κλείσιμο των αξιολογήσεων δημιούργησε ένα κλίμα σχετικής οικονομικής σταθεροποίησης, γεγονός που έδωσε ανάσες και τροφοδότησε προσδοκίες στον κόσμο της αγοράς. Τώρα πλέον που η Ελλάδα αφήνει πίσω της τα Μνημόνια (όχι όμως και τις μνημονιακές πολιτικές) η ελπίδα για την είσοδο σε ανοδική τροχιά έχει ενισχυθεί. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ζωογόνα ένεση ρευστότητας που προσφέρει και φέτος στην πραγματική οικονομία η πολύ καλή τουριστική χρονιά.

Το ναυάγιο της “αριστερής παρένθεσης”

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, όπως άλλωστε είχε φανεί σχεδόν εξαρχής, δεν είχε περιθώρια επιτυχίας η τακτική της ΝΔ να πιέζει για πρόωρες εκλογές, προσπαθώντας να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση. Υπενθυμίζουμε ότι από τα πρώτα βήματά του στην ηγεσία ο Κυριάκος είχε ουσιαστικά υιοθετήσει τη γραμμή της “αριστερής παρένθεσης”. Είχε ποντάρει στην εκτίμηση πως το ευρωιερατείο θα έβαζε τρικλοποδιά στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Τα γεγονότα τον διέψευσαν.

Όπως αποδείχθηκε και από τα γεγονότα, οι του ευρωιερατείου απέφυγαν να βάλουν τρικλοποδιά στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όσο εφάρμοζε το 3ο Μνημόνιο. Σύντομα, μάλιστα, διαπίστωσαν πως ο Τσίπρας ήταν αξιόπιστος όσον αφορά την υλοποίηση των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει έναντι των δανειστών. Ο ίδιος και το επιτελείο του γρήγορα ασπάστηκαν το δόγμα ότι μόνο με φυγή προς τα εμπρός, δηλαδή με εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, αφενός θα σταθεροποιούνταν στην εξουσία, αφετέρου θα έβγαζαν την Ελλάδα από τα Μνημόνια και την κρίση.

Διαπιστώνοντας την ουσιαστική αυτή στροφή του Έλληνα πρωθυπουργού, οι δανειστές δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργασθούν μαζί του, αφού πλέον θεωρούσαν δικαιολογημένα ότι βρίσκονταν στην ίδια πλευρά. Με άλλα λόγια, θεωρούσαν ότι έτσι όπως τελικώς διαμορφώθηκαν τα πράγματα (μετά το δημοψήφισμα, την υπογραφή του 3ου Μνημονίου, τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 και το κλείσιμο των αξιολογήσεων), ο Τσίπρας ήταν ο καταλληλότερος να φέρει σε πέρας τη δύσκολη αυτή αποστολή. Εξ ου και οι έπαινοι για τη στροφή του προς τον “ρεαλισμό”.

Ακόμα και στο Βερολίνο

Ακόμα και στο Βερολίνο τον προτιμούσαν:

Πρώτον, επειδή θεωρούσαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καλύτερες πολιτικές προϋποθέσεις για να περνάει τα πακέτο των επώδυνων μέτρων, χωρίς ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Δεύτερον, επειδή έτσι εδραιώθηκε στην ελληνική κοινή γνώμη το δόγμα ότι το Μνημόνιο είναι μονόδρομος. Γι’ αυτό και ο Σόιμπλε είχε φθάσει στο σημείο να δηλώσει πως εμπιστεύεται τον Τσιπρα.
Εκτός αυτού, η ΕΕ είναι τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη με μείζονος σημασίας πολιτικές προκλήσεις και δεν είχε συμφέρον να αναζωπυρώσει την ελληνική κρίση. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος. Μετά το Brexit είχαμε μία αλυσίδα από κρούσματα αμφισβήτησης του ενοποιητικού οικοδομήματος. Τελευταίος κρίκος ο σχηματισμός της κυβέρνησης του Κινήματος 5 Αστέρων και της Λέγκας στην Ιταλία.

Το ευρωιερατείο δεν επιθυμούσε να τραβήξει το σκοινί με την Ελλάδα και λόγω της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης. Ο Τσίπρας έβαλε πλάτη για την πολιτική της Μέρκελ και του Γιούνκερ. Πρόσφατα, μάλιστα, υπέγραψε και συμφωνία για να δέχεται πίσω παράνομους μετανάστες που εισήλθαν στην ΕΕ από την Ελλάδα και έχουν υποβάλει εδώ αίτηση για άσυλο. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η Ελλάδα αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα με τον εγκλωβισμό ενός μεγάλου πλήθους προσφύγων-μεταναστών. Αν και επισήμως κανείς δεν συνέδεσε την προσφυγική-μεταναστευτική κρίση με την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, ήταν κοινό μυστικό ότι κατά μία έννοια διασυνδέθηκαν.

«Καθαρή έξοδος»

Για όλους αυτούς τους λόγους, ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί στο ευρωιερατείο θεωρούσαν ότι η κυβέρνηση Τσίπρα πρέπει να είναι συνεχώς υπό αυστηρή εποπτεία και υπό ισχυρή πίεση για να εφαρμόσει όλες τις μνημονιακές δεσμεύσεις, αλλά δεν επεδίωξαν την αποσταθεροποίησή της. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή, που η Τουρκία άρχισε να παίρνει αποστάσεις από τη Δύση.

Από την άλλη πλευρά, όμως, το ευρωιερατείο επεδίωξε και επέβαλε μετά το πέρας του 3ου Μνημονίου ένα καθεστώς ενισχυμένης και αυστηρής εποπτείας, νοθεύοντας εκ των πραγμάτων το αφήγημα του Τσίπρα για καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια και για αλλαγή σελίδας. Αλλά και σ’ αυτό το επίπεδο το Μαξίμου κατάφερε να περιορίσει την καθαρή έξοδο στην άρνηση της προληπτικής πιστωτικής γραμμής.

Το γεγονός ότι έχει τραυματισθεί και ότι η εκλογική προοπτική της είναι μάλλον σκοτεινή δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση Τσίπρα είναι ετοιμόρροπη. Στην πραγματικότητα, εκτός απροόπτου, τον χρόνο των εκλογών θα τον επιλέξει ο Τσίπρας με βάση, βεβαίως, τη δική του εκτίμηση για τον καταλληλότερο πολιτικά χρόνο.

Σταύρος Λυγερός

Γιατί η Ελλάδα αναδεικνύεται σε χώρα πρώτης γραμμής

turkey eu greece map

Η Ελλάδα μπορεί σε λίγες ημέρες να εξέλθει επισήμως των Μνημονίων, αλλά παραμένει στην οικονομική μέγγενη, με ό,τι αυτό σημαίνει στο επίπεδο της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος. Υπάρχουν, όμως, εξελίξεις που πιθανότατα να ανοίξουν μια θετική προοπτική. Για τη Δύση, η Ελλάδα ήταν παραδοσιακά μια χώρα δεύτερης γραμμής. Η χώρα πρώτης γραμμής στο δυτικό σύστημα ασφάλειας ήταν η Τουρκία από την ένταξη και των δύο στο ΝΑΤΟ στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Όταν η Ουάσινγκτον συνειδητοποίησε ότι οι νεοοθωμανοί του Ερντογάν δεν είναι αυτό που νόμιζε, άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις. Αρχικά, οι Αμερικανοί πίστευαν ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν αντιπροσώπευε το μετριοπαθές φιλοδυτικό πολιτικό Ισλάμ, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο.

Υπενθυμίζουμε ότι στην αρχή της θητείας του ο Ομπάμα είχε επισκεφθεί το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη για να στείλει αυτό το μήνυμα. Η θεώρηση αυτή έχει προ πολλού καταρρεύσει. Τα γεγονότα, όπως πάντα, είναι πεισματάρικα. Οι κάθε είδους ιδεοληψίες δοκιμάζονται και συχνά συντρίβονται όταν συγκρούονται με την πραγματικότητα.

Όταν ο Ερντογάν κέρδισε τον άτυπο εσωτερικό πόλεμο με το βαθύ κεμαλικό κράτος και κυριάρχησε στην τουρκική πολιτική σκηνή, άρχισε να ξεδιπλώνει τη δική του πολιτική ατζέντα. Δρομολόγησε όχι μόνο την ισλαμοποίηση της Τουρκίας, αλλά και το σχέδιό του για πολιτική χειραφέτηση, εάν όχι αυτονόμηση από τη Δύση. Όταν, λοιπόν, η Τουρκία άρχισε να διολισθαίνει απομακρυνόμενη, άρχισαν και οι Δυτικοί να την βλέπουν διαφορετικά.

Τυπικά δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η Τουρκία παραμένει χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, όμως, έχει αλλάξει ο τρόπος, με τον οποίο οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι προσχηματική. Ούτε η ΕΕ θέλει την Τουρκία στους κόλπους της, αλλά ούτε και η Τουρκία είναι πια ένθερμη όσον αφορά την ένταξή της.

Το πραξικόπημα και η κρίση εμπιστοσύνης

Όπως ΄τα τελευταία δύο χρόνια επανειλημμένως έχω υπογραμμίσει, η σταδιακή αλλαγή του τρόπου που οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία αλλάζει σταδιακά και τον τρόπο που βλέπουν την Ελλάδα. Αυτό ισχύει κυρίως για τους Αμερικανούς, οι οποίοι έχουν πιο σφαιρική ματιά και όχι τη στενά οικονομίστικη ματιά της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα αναδεικνύεται δυνητικά σε χώρα πρώτης γραμμής.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα όχι αποκλειστικά και μόνο ως μια τυπική χώρα-μέλος της ΕΕ. Την αντιμετωπίζουν ως χώρα με ειδικό γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Αυτό φάνηκε στα τελευταία χρόνια της θητείας του Ομπάμα. Υπενθυμίζουμε τις παρεμβάσεις των Αμερικανών υπουργών Οικονομικών Γκάιτνερ και Λιού προς το Βερολίνο. Οι παρεμβάσεις εκείνες είχαν σκοπό να αποτρέψουν το ενδεχόμενο οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας και τη μετατροπή της σε γεωπολιτική μαύρη τρύπα. Οι Αμερικανοί δεν θέλουν να σπάσει ο ελληνικός κρίκος που αποδεικνύεται ολοένα και πιο σημαντικός για το δυτικό σύστημα ασφαλείας.

Όλα αυτά έγιναν επί Ομπάμα. Επί Τράμπ; Μπορεί ο σημερινός πρόεδρος να άλλαξε πολλά στην αμερικανική πολιτική, αλλά όχι στο συγκεκριμένο. Όπως και η προεδρία Ομπάμα, έτσι και η δική του προσπάθησε να επαναφέρει την Τουρκία στο δυτικό «μαντρί». Οι αμερικανικές προσπάθειες, όμως, προσέκρουσαν στην ουσιαστικά αρνητική στάση του Ερντογάν, ο οποίος, ειδικά μετά το πραξικόπημα του 2016, δεν έχει πλέον καμία εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς. Θεωρεί πως αυτοί ήταν οι ενορχηστρωτές.

Μπορεί η αφετηρία του αμερικανοτουρκικού ρήγματος να ήταν η συμμαχία της Ουάσιγκτον με τους Κούρδους της Συρίας (παρακλάδι του ΡΚΚ), σε συνδυασμό με την τάση χειραφέτησης-αυτονόμησης του Ερντογάν από τη Δύση, αλλά μετά το πραξικόπημα η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει καταστήσει το χάσμα αγεφύρωτο. Αυτή ήταν η εκτίμηση που είχα από τότε διατυπώσει ξεκάθαρα με όλες τις γεωπολιτικές συνέπειες που αυτή έχει στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Τα τρία μέτωπα και η Ελλάδα

Τα τρία μέτωπα που απασχολούν την αμερικανική εξωτερική πολιτική με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι τα εξής:

Πρώτον, το μέτωπο έναντι της Ρωσίας και της Κίνας.
Δεύτερον, οι ευρωαμερικανικές σχέσεις.
Τρίτον, η Μέση Ανατολή.
Το δεύτερο και το τρίτο μέτωπο τα συνδέει ο κρίκος Ελλάδα.

Όπως προανέφερα, ο Ερντογάν, πιστεύει ότι το πραξικόπημα τον περασμένο Ιούλιο το έκαναν οι Αμερικανοί. Όταν κατηγορεί τον Γκιουλέν εννοεί τη CIA. Είναι ένα είδος κωδικού καταγγελίας. Αυτός είναι ο λόγος, μεταξύ άλλων, που το άνοιγμα προς τον Πούτιν με σκοπό την αποκατάσταση των ρωσοτουρκικών σχέσεων, μετατράπηκε σε γεωπολιτικό εναγκαλισμό.

Εξαρχής υποστήριζα ότι το παιχνίδι ισορροπίας του Τούρκου προέδρου μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας είχε ημερομηνία λήξεως. Μετά από μία μακρά περίοδο ανοχής των κατά καιρούς επιθετικών δηλώσεων του Ερντογάν, με αφορμή την υπόθεση του πάστορα Μπράνσον, ο πρόεδρος Τραμπ διέβη τον Ρουβίκωνα. Επέβαλε κυρώσεις και δασμούς. Είχε ήδη παρασκηνιακά δρομολογήσει κινήσεις υπονόμευσης της τουρκικής οικονομίας, οι οποίες και επιτάχυναν την κατακόρυφη πτώση της τουρκικής λίρας.

Προφανώς, το αμερικανοτουρκικό μπραντεφέρ δεν έχει ακόμα τελειώσει. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, όμως, τα περιθώρια για έναν ισορροπημένο συμβιβασμό έχουν σχεδόν μηδενισθεί. Μόνο εάν ο Ερντογάν ουσιαστικά παραδοθεί, θα ανακοπεί η δυναμική οικονομικού στραγγαλισμού που έχει δρομολογήσει η Δύση. Το ενδεχόμενο παράδοσης θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά η μέχρι τώρα συμπεριφορά του Τούρκου προέδρου δεν συνηγορεί υπέρ αυτής της προοπτικής. Ο ίδιος, άλλωστε, έχει συνείδηση πως εάν παραδοθεί έχει τελειώσει πολιτικά.

Ιστορική ευκαιρία

Οι εξελίξεις αυτές αναβαθμίζουν εκ των πραγμάτων τη σημασία της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή. Εάν βαθύνει το αμερικανοτουρκικό ρήγμα, οι ΗΠΑ δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να αναδείξουν την Ελλάδα σε χώρα πρώτης γραμμής, για πρώτη φορά μεταπολεμικά. Το γεγονός ότι υπάρχουν τα δύο τρίγωνα στην Ανατολική Μεσόγειο (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ και Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος) συμβάλει και διευκολύνει αυτή την προοπτική. Με άλλα λόγια, υπάρχουν οι υποδοχές για να αναπτυχθεί ένας γεωπολιτικός ρόλος για την Ελλάδα, ο οποίος θα έχει τις ευλογίες της Ουάσινγκτον.

Προφανώς, η μπίλια ακόμα δεν έχει καθίσει, αλλά η τάση είναι σαφής και η αλυσίδα των γεγονότων την επιβεβαιώνει. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, άλλωστε, δεν αλλάζει ριζικά από τη μία στιγμή στην άλλη. Θυμίζει τάνκερ που για να στρίψει πρέπει να κάνει ένα μεγάλο κύκλο. Παίρνει χρόνο όχι μόνο για να ληφθεί η απόφαση για στρατηγικού χαρακτήρα αναθεώρηση, αλλά και η προσαρμογή του γραφειοκρατικού μηχανισμού του Στέητ Ντηπάρτμεντ, του Πενταγώνου, της CIA κλπ.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να μην εμπλακεί στην αμερικανοτουρκική αντιπαράθεση, την οποία, άλλωστε, δεν μπορεί να επηρεάσει. Αναμένοντας, έχει συμφέρον να διατηρεί χαμηλά τη θερμοκρασία στο Αιγαίο. Όσον αφορά δε τη Λευκωσία, θα πρέπει κι αυτή να μην βιάζεται για έναρξη συνομιλιών για το Κυπριακό πριν ξεκαθαρίσει το τοπίο. Εάν η Ουάσιγκτον τα σπάσει οριστικά με την Άγκυρα, υποχρεωτικά θα αλλάξει και η θεώρησή της για το Κυπριακό.

Για να μπορέσει να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες και να παίξει σημαντικό ρόλο, η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει στις προκλήσεις που αφορούν στην ίδια την εθνική της ασφάλεια. Στην ιστορία οι ευκαιρίες δεν είναι πολλές. Δίνονται λίγες. Για να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες, όμως, χρειάζονται επεξεργασμένες πρωτοβουλίες από το πολιτικό σύστημα που διαχειρίζεται τις τύχες μιας χώρας.

Όλα δείχνουν πως για την Ελλάδα προσεχώς θα υπάρξουν γεωπολιτικές ευκαιρίες. Υπάρχουν, ωστόσο, βάσιμες αμφιβολίες για το αν το παρόν πολιτικό σύστημα είναι σε θέση να τις αδράξει και να τις αξιοποιήσει κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. Αυτή η αδυναμία δεν οφείλεται μόνο στη δυσχερή θέση που βρίσκεται η χώρα λόγω των Μνημονίων. Οφείλεται και στον τρόπο που το πολιτικό μας σύστημα αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις και τον ρόλο της Ελλάδας. Η παράδοση του κράτους-πελάτη ήταν και παραμένει ισχυρή...

Σταύρος Λυγερός

"Γιατί η κρίση στις σχέσεις Ρωσίας και Ελλάδας είναι πιο σοβαρή απ’ ότι φαίνεται"

RUSSIA GREECE

Την ίδια ώρα που οι σχέσεις της Ουάσιγκτον και της Άγκυρας βρίσκονται στο ναδίρ και η τουρκική οικονομία οδεύει στα τάρταρα, μία άλλη διεθνής κρίση υποβόσκει, για τη δημιουργία της οποίας θα μπορούσαν να έχουν ανάμειξη και άλλες χώρες, με πρώτη την Τουρκία.

Η Ελλάδα και η Ρωσία ανταλλάσσουν εδώ και εβδομάδες πυρά, και χθες ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς μίλησε για πρώτη φορά για το ενδεχόμενο η Μόσχα να εκτελεί έργο για την Τουρκία εναντίον της Αθήνας.

Η παράγραφος της ανακοίνωσης του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, που προκάλεσε αίσθηση, είναι η εξής:

“Η Ρωσία, αυτή τη στιγμή, δείχνει ως να μη μπορεί να αντιληφθεί τις θέσεις αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από τότε που πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας και της παρέχει σειρά διευκολύνσεων στον τομέα της ασφάλειας, δείχνει να απομακρύνεται σταθερά από θέσεις που αρμόζουν στο επίπεδο φιλίας και συνεργασίας που χαρακτήριζε τις σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας εδώ και 190 χρόνια. Δείχνει να μην αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα έχει δικά της συμφέροντα και κριτήρια στη διεθνή πολιτική».

Η κατηγορία εναντίον της Ρωσίας, και η αναφορά στη σχέση της με την Τουρκία, η οποία είναι πλέον στρατηγική, συζητήθηκε και στο εξωτερικό, καθώς -χωρίς ίσως να το περίμενε η Ελλάδα- ειπώθηκε μία μεγάλη αλήθεια, που την έκρυβαν μέχρι τώρα οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ: ότι η Μόσχα και η ΄Άγκυρα, μαζί με την Τεχεράνη έχουν συμμαχήσει στο πρότυπο -όσο και να προκαλεί ρίγος- του αλήστου μνήμης Συμφώνου της Βαρσοβίας, και ενώ η Τουρκία παραμένει ακόμα και σήμερα ένας δύσκολος σύμμαχος και στο ΝΑΤΟ.

Στις αρχές Ιουλίου, στις Βρυξέλλες, τέθηκε αθόρυβα το θέμα της πιθανής απώλειας μυστικών της Δυτικής Συμμαχίας από τη Ρωσία με τη βοήθεια της Τουρκίας, αλλά η αμερικανική πλευρά, που καιγόταν για την υπόθεση του Πάστορα Άντριου Μπράνσον, απέρριψε κάθε ιδέα για συζήτησή του. Τώρα, ακόμα και οι αφελείς της αμερικανικής γραφειοκρατίας, άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η Τουρκία είναι απλά μία εχθρική χώρα.

Στη δημοσιογραφική μου καριέρα γνώρισα πολλούς γραφειοκράτες, που δεν ήθελαν να ακούσουν τα δικά μας επιχειρήματα για την Τουρκία. Με ικανοποίηση τους ακούω να τα επαναλαμβάνουν ως δικά τους πλέον. Όμως, προσωπικά δεν έχω την παραμικρή εμπιστοσύνη. Φοβάμαι πως αν ο Ερντογάν προδώσει τον Πούτιν, που είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο, θα σπεύσουν να τον αγκαλιάσουν και από τη ...χαρά τους να του χαρίσουν και την Κύπρο, όπως επιχείρησαν το 2004... Όλα είναι πιθανά.

Όμως, για τώρα τουλάχιστον, και για όσο ο πρόεδρος της Τουρκίας τους ψήνει το ψάρι στα χείλη, οι Αμερικανοί θα τον πολεμήσουν και θα προσπαθήσουν να τον γονατίσουν ώστε παρακαλώντας να ζητά την εύνοια και τη βοήθειά τους.

Το θέμα είναι άλλο πλέον. Η Ελλάδα δέχεται επίθεση από τη Ρωσία του Πούτιν, ο οποίος στη φάση αυτή εξυπηρετεί τον Ταγίπ Ερντογάν, και οι σύμμαχοι της στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες δεν πρόσφεραν ακόμα χείρα βοηθείας και φιλίας.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη αυτή τη βοήθεια και την υποστήριξη, διότι ο Πούτιν δεν είναι ένας νορμάλ ηγέτης. Στην άσκηση της πολιτικής δεν έχει κανένα απολύτως συναίσθημα. Βαδίζει στη βάση της εξυπηρέτησης των στρατηγικών και οικονομικών του συμφερόντων. Και τα συμφέροντα του πιστεύει ότι δεν εξυπηρετούνται από την Ελλάδα, η οποία με τη Συμφωνία των Πρεσπών, ψαλίδισε τα όνειρα του για τη ρωσική επικράτηση στα Βαλκάνια. Η Ρωσία, μόνο με την αμφιλεγόμενη Σερβία να την ακούει, και όχι πάντα, είναι εκτός του γεωστρατηγικού παιγνιδιού στη Βαλκανική.

Η σημερινή Ρωσία είναι κάτι διαφορετικό από αυτή που ξέραμε στο παρελθόν. Είναι ένα εθνικιστικό-χριστιανικό κράτος του οποίου ηγείται ένας σκληρός αυταρχικός πολιτικός, ο οποίος πιστεύει με φανατισμό στη Μεγάλη Ορθόδοξη Ρωσία. Εγώ θα στοιχηματίσω, ότι δεν θα διστάσει να «σταυρώσει» και το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με τη βοήθεια του Ερντογάν, για να του πάρει τα σκήπτρα το Πατριαρχείο της Μόσχας.

Αυτή τη στιγμή, η Ρωσία θεωρεί την Ελλάδα μία εχθρική χώρα. Όλα αυτές οι κουβέντες για τον «ξανθό ηγέτη» και το «ξανθό γένος», που θα συντρίψουν την Τουρκία προς δόξα της Ορθοδοξίας, είναι κουραφέξαλα και κουβέντες του καφενέ.

Η σημερινή Ρωσία παίζει ξεκάθαρα το παιγνίδι της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα, και ο μόνος λόγος που στηρίζει ακόμα την Κύπρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, είναι το ρωσικό χρήμα που φυλάσσεται στις κυπριακές τράπεζες. Για το λόγο αυτό, και για όσο δεν βρίσκουν άλλο «παράδεισο», οι Ρώσοι θα συνεχίσουν να βοηθούν την Κύπρο. Είναι και υποχρεωμένοι και αναγκασμένοι.

Η κρίση στις σχέσεις της Ρωσίας και της Ελλάδας είναι επικίνδυνη και δεν θα ξεπεραστεί εύκολα. Δεν πρόκειται για ένα απλό «καυγά», ούτε είναι επιχείρημα ότι όλα συμβαίνουν λόγω του «οξύθυμου» Κοτζιά. Είναι στρατηγική επιλογή της Μόσχας αυτή η σύγκρουση και έχει στόχο και την Ελλάδα, και το Φανάρι και το Άγιο Όρος. Ας μην είμαστε αφελείς.

Σίγουρα, θα ήταν προτιμότερο να είχαν λυθεί αθόρυβα τα προβλήματα με τη Ρωσία, Όμως, στις πολλές οχλήσεις της Αθήνας για να σταματήσει ο υπόγειος πόλεμος των εθνικιστών, που στηρίζονταν από τη Μόσχα, οι Ρώσοι αγνόησαν τις ελληνικές εκκλήσεις. Και τότε δεν υπήρχε άλλη επιλογή για την Αθήνα. Η δημοσιοποίηση του θέματος ήταν αναγκαία.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Διαβάζω όλους αυτούς τους φιλοδυτικούς και νεοφιλελεύθερους αναλυτές, που για χρόνια βρίζουν τον Πούτιν και τη Ρωσία, να έχουν βγει εκτός εαυτού και να νοιάζονται ξαφνικά για τις καλές σχέσεις της Μόσχας με την Αθήνα. Δεν καταλαβαίνουν ότι γίνονται γελοίοι;

Mιχ. Ιγνατίου

Χάσμα πλέον το ρήγμα Αθήνας και Μόσχας

rosiaellada simaies

Στη γεωπολιτική διάστασή της εισέρχεται πλέον η ρήξη ανάμεσα στην Αθήνα και στη Μόσχα, η οποία πυροδοτήθηκε πριν από περίπου ένα μήνα, όταν γνωστοποιήθηκε η απόφαση για την απέλαση δύο διπλωματών από τη ρωσική πρεσβεία στην Αθήνα και την απαγόρευση εισόδου σε δύο ακόμα Ρώσους πολίτες.

Το μάλλον... αμήχανο μεσοδιάστημα ακολούθησαν δύο απελάσεις στελεχών της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα και η απαγόρευση εισόδου στον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά στη Ρωσία. Μόλις προχθές, την Παρασκευή, ακολούθησε το τελευταίο επεισόδιο, η εκτενής ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, όπου η αντιπαράθεση ξέφυγε από το αμιγώς ελληνορωσικό πλαίσιο και μεταφέρθηκε σε στρατηγικό. Η Αθήνα θεωρεί τους Ρώσους «συντρόφους εν όπλοις» της Τουρκίας στη Συρία, με στρατηγική συνεργασία η οποία επεκτείνεται σε πολλούς τομείς.

Η αποτύπωση της συγκεκριμένης διάστασης σε δημόσιο λόγο δεν αποτελεί παρά επιβεβαίωση μιας πολύ συγκεκριμένης κατάστασης σε επίπεδο πρακτικό.

Η Ελλάδα και η Ρωσία ακολουθούν αποκλίνουσες πορείες, γεγονός το οποίο δεν είναι νέο, αλλά αποκτά διαφορετική σημασία υπό τις παρούσες συνθήκες. Η ενεργειακή και περιφερειακή στρατηγική της Μόσχας βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις προτεραιότητες της Αθήνας. Η Ελλάδα ήταν, βέβαια, πάντα μέλος του ΝΑΤΟ, εξ ορισμού κατά των ρωσικών στρατηγικών συμφερόντων, ωστόσο τα τελευταία χρόνια οι τριβές έγιναν εντονότερες.

Η συμφωνία των Πρεσπών

Η πλέον γνωστή και αναδεδειγμένη είναι αυτή των διαπραγματεύσεων Ελλάδας και ΠΓΔΜ για το ονοματολογικό. Επ’ αυτού είναι γνωστή η αντίδραση της Μόσχας κατά οποιασδήποτε επέκτασης του ΝΑΤΟ, πολλώ δε μάλλον στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου διατηρεί ακόμα κάποια περιορισμένη μεν, ικανή δε να δημιουργήσει προβλήματα επιρροής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση της Αθήνας δεν αφορούσε αμιγώς τη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά την ανησυχητική ένδειξη ότι στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας δρουν ανεξέλεγκτα τρίτες δυνάμεις, με κύρια τη Ρωσία, η οποία στηρίζει πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα στην περιοχή. Η πλέον ανησυχητική διάσταση της ρωσικής δραστηριοποίησης στον Βορρά αφορά την Εκκλησία.

Εκτός από τη μεγάλη επιρροή στο Αγιον Ορος και τις πολύ καλές σχέσεις με επισκόπους της Βορείου Ελλάδος, οι Ρώσοι λειτουργούν συνειδητά με σκοπό να υπονομεύσουν τους δεσμούς των μητροπόλεων των Νέων Χωρών με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Δεν είναι τυχαία η δημόσια αντίδραση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών στις πληροφορίες περί άρνησης χορήγησης βίζας σε Ρώσους κληρικούς από την Αθήνα, καθώς και η έντονη απάντηση ελληνικών διπλωματικών πηγών ότι οι θεωρήσεις αποτελούν αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο του κυρίαρχου κράτους που τις εκδίδει.

Οι τελευταίες εξελίξεις, τόσο ως προς τη διοίκηση του Αγίου Ορους όσο και ως προς την πιο ενδελεχή εξέταση των αιτήσεων για βίζα, κυρίως από Ρώσους κληρικούς, αντικατοπτρίζουν τη βούληση της Αθήνας να αποκτήσει τον έλεγχο σε μια διαδικασία η οποία μέχρι πρότινος διεκπεραιωνόταν μάλλον τυπικά.

Είναι ενδεικτικές οι πολύ σκληρές διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στην ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών για την «Ορθόδοξη Αυτοκρατορική Παλαιστίνεια Εταιρεία», η οποία –όπως αναφέρεται– επιχειρήθηκε να επιβληθεί στην Ελλάδα από «μια μερίδα Ρώσων, ευτυχώς μειοψηφική, που νομίζει ότι μπορεί να κινείται στην Ελλάδα χωρίς να σέβεται νόμους και κανόνες, ακόμα και να εκτοξεύει απειλές». Παρά το εμφανές και έντονο παρασκήνιο, η επίσημη Εκκλησία έχει κρατηθεί μακριά από τον σχολιασμό όσων συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες.

Είναι απολύτως δεδομένο ότι η ένταση θα συντηρηθεί και λόγω των συνεχιζόμενων κυρώσεων. Δεν είναι τυχαίες οι πρόσφατες δηλώσεις Ρώσων εκπροσώπων think tanks τα οποία συνδέονται με το Κρεμλίνο για την «ελάχιστη» (όπως περιγράφεται) γεωπολιτική σημασία που έχει η Ελλάδα για τη Ρωσία, αλλά και για την «αναξιοπιστία» (όπως, επίσης, την αναφέρουν) του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, που απλώς συναινεί με τις κυρώσεις που αποφασίζονται από την Ε.Ε.

Στις 22 Αυγούστου ξεκινά, επίσης, ο νέος γύρος αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν την εξαγωγή ηλεκτρονικών και μηχανολογικού υλικού (που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εξοπλισμός ευαίσθητος για την εθνική ασφάλεια), με επιπτώσεις ακόμα και σε μεγάλες ρωσικές εταιρείες, όπως η Αεροφλότ.

Αν και η Ελλάδα δεν συνδέεται άμεσα με αυτές τις κυρώσεις, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι δεν θα περιλαμβάνεται στις χώρες οι οποίες θα αμφισβητήσουν την απόφαση της Ουάσιγκτον να εντείνει την πίεση προς το Κρεμλίνο.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο αξίζει να σημειωθεί ότι, παράλληλα με τη διεύρυνση του ρήγματος με τη Μόσχα, οι παραδοσιακά καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ γίνονται ακόμα πιο στενές. Η γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας για την Ουάσιγκτον στην παρούσα φάση υποστηρίζεται από σειρά κινήσεων, οι οποίες υποδηλώνουν μετεξέλιξη της σχέσης των δύο χωρών σε βάθος χρόνου.

Από συμβολικές κινήσεις, όπως η προσγείωση αμερικανικών μαχητικών τύπου F-22 στη Λάρισα, έως τη διαρκή επέκταση των δραστηριοτήτων στη βάση της Σούδας, αλλά και την προώθηση της υπόθεσης της Σύρου, φαίνεται ότι τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο οι σχέσεις γίνονται ουσιαστικά πιο στενές. Υπενθυμίζεται ότι μόλις πριν από λίγους μήνες ο «Παπανικολής», από τα υπερσύγχρονα υποβρύχια τύπου 214 του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.), συμμετείχε σε άσκηση στην Ανατολική Μεσόγειο σε αμερικανική μονάδα κρούσης με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την παρακολούθηση ρωσικών υποβρυχίων στην περιοχή.

Ανησυχεί η αντιπολίτευση

Η επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων έχει προσελκύσει και το ενδιαφέρον της αντιπολίτευσης, η οποία φαίνεται να ανησυχεί εξίσου για τις ισορροπίες στην περιοχή. Οπως φάνηκε από τις δημόσιες τοποθετήσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης (μέσω του αρμοδίου Γιώργου Κουμουτσάκου), αντιδράσεις όπως αυτή του πρωθυπουργού της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ο οποίος χαρακτήρισε τα Κατεχόμενα «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», είναι ενδεικτικές.

Η αντιπολίτευση ζητεί, μάλιστα, ενημέρωση στη Βουλή για τις τελευταίες εξελίξεις. Στο πλευρό της Αθήνας στέκεται και η Κομισιόν, η οποία εμφανίστηκε την Παρασκευή να καταδικάζει τις απόπειρες παρέμβασης της Ρωσίας στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ευλόγως, καίριο είναι το ερώτημα περί του τρόπου με τον οποίο μπορούν να επιστρέψουν σε κατάσταση σχετικής ομαλότητας οι σχέσεις Ελλάδας και Ρωσίας.

Ο σφιχτός εναγκαλισμός Ρωσίας και Τουρκίας

Η τελευταία και πιο ενδιαφέρουσα πτυχή των αντιδράσεων της Αθήνας έναντι της Μόσχας αφορά τη δημόσια αποτύπωση από το υπουργείο Εξωτερικών της πραγματικότητας των τελευταίων δύο χρόνων: αυτής, δηλαδή, της στρατηγικής συνεργασίας ανάμεσα στη Ρωσία και στην Τουρκία.

Πρόκειται, άλλωστε, για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα στις σχέσεις Αθήνας και Μόσχας που, μέχρι πρότινος, καλυπτόταν από τη γενικότερη σιγήν ιχθύος η οποία τηρείτο για τις ολοένα και δυσκολότερες επαφές ανάμεσα στις δύο χώρες.

Από τον Ιούλιο του 2016 και την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι διμερείς σχέσεις Μόσχας - Αγκυρας έχουν ανθήσει. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο κ. Ερντογάν, μετά την κατακρήμνιση της τουρκικής λίρας και τη γενικότερη επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, επικοινώνησε την Παρασκευή με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ενώ αύριο στην Αγκυρα μεταβαίνει για συνομιλίες και ο Ρώσος ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ.

Ωστόσο, η πρώτη ένδειξη για τον ολοένα και πιο σφιχτό εναγκαλισμό της Αγκυρας με τη Μόσχα ήταν η συμφωνία για το σύστημα αεράμυνας τύπου S-400. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει λόγο στην εξοπλιστική πολιτική οποιασδήποτε τρίτης χώρας, είναι σαφές πως η προμήθεια ενός ακόμη εξελιγμένου οπλικού συστήματος θα γείρει έτι περαιτέρω την πλάστιγγα υπέρ της Τουρκίας. Ενα από τα βασικά επιχειρήματα των Ρώσων έναντι όσων ανησυχούν από αυτή την αγοραπωλησία είναι ότι η Μόσχα δεν θα μεταφέρει ποτέ πυραυλική τεχνογνωσία στην Αγκυρα.

Μετά, ήλθε η οριστικοποίηση της συμφωνίας για την κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου στη νότια Τουρκία. Το εργοστάσιο θα αναπτυχθεί από τη ρωσική εταιρεία «Ρόσατομ», η οποία θα αναλάβει και τη λειτουργία του για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Πιο σημαντική εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση είναι ότι οι Ρώσοι θα αναλάβουν να εκπαιδεύσουν στην πυρηνική τεχνολογία περίπου 600 Τούρκους επιστήμονες.

Σε αντίθεση με τους S-400, σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι η μεταφορά τεχνολογίας είναι δεδομένη. Αν και σε πολύ μικρότερη κλίμακα, ανάλογη συνεργασία και, ώς ένα βαθμό, εκπαίδευση σε ζητήματα τα οποία αφορούν κυρίως την πολεμική αεροπορία υπάρχει ανάμεσα σε Τούρκους και Ρώσους στη Συρία.

Τα ρωσοτουρκικά συμφέροντα ταυτίζονται, επίσης, στον τομέα της ενέργειας. Οι Ρώσοι εξακολουθούν να προωθούν τον Turkish Stream, ο οποίος είναι εκ διαμέτρου αντίθετος σε οποιαδήποτε ιδέα ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο. Παράλληλα, αποτελεί ανταγωνιστικό πρότζεκτ και για το φυσικό αέριο που εξορύσσεται από τον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου, μέρος του οποίου ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, που, όπως είναι γνωστό, παρενοχλείται από την Αγκυρα. Γίνεται, λοιπόν, σαφές, ότι η διασύνδεση των στρατηγικών συμφερόντων Μόσχας και Αγκυρας είναι πολύ πιο στενή απ’ όσο φαίνεται.

kathimerini

FT: Το πελατειακό κράτος δεν έφυγε επί Τσίπρα, 30.000 διορισμοί στο Δημόσιο

tsipras i elpida erxetai

Μετά από οκτώ χρόνια Μνημονίων που είδαν το ΑΕΠ να συρρικνώνεται κατά 25% η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει την αναξιοκρατία και τους πελατειακούς - κομματικούς διορισμούς στο Δημόσιο, σημειώνουν οι «Financial Times», ενόψει της ολοκλήρωσης του τρίτου προγράμματος την μεθεπόμενη Δευτέρα.

Μολονότι ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε πριν δύο μήνες ότι το πελατειακό μοντέλο που ευνοούσε τους πολιτικά δικτυωμένους ήταν ένας «από τους πιο σημαντικούς λόγους» για τα προβλήματα της χώρας, στην πράξη δεν έχει κατορθώσει να πείσει τον ΣΥΡΙΖΑ πως οι εποχές του κομματικού κράτους έχουν παρέλθει, σημειώνουν οι FT σε αφιέρωμα στην χώρα μας.

Το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι περισσότεροι από 30.000 διορισμοί έχουν γίνει στην δημόσια διοίκηση επί πρωθυπουργίας Τσίπρα, περιλαμβανομένων δεκάδων ειδικών συμβούλων που περιστοιχίζουν υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ.

«Η κυβέρνηση δεν έχει υπερπηδήσει την ευρεία αντίσταση [...] στην από-πολιτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, στους διαφανείς διορισμούς σε ανώτερα κλιμάκια και στις τακτικές αξιολογήσεις δημοσίων υπαλλήλων».

Η βρετανική εφημερίδα επισημαίνει ότι η αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση και το προβληματικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιστέκονται στην αλλαγή, «εγείροντας ερωτήματα εάν οι περισσότεροι Έλληνες είναι δεσμευμένοι στις διαρθρωτικές αλλαγές που χρειάζονται για την βιώσιμη ανάκαμψη». Αντίθετα, υπάρχουν φόβοι για διολίσθηση.

Αξιωματούχοι στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες επισήμαναν ότι το πιο σημαντικό βαρόμετρο της όρεξης για αλλαγή θα είναι η τήρηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν νομοθετηθεί. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί πως θα μείνει πιστή στις δεσμεύσεις της, όμως ευρωπαίοι διπλωμάτες είπαν στους FT ότι οι πολιτικές πιέσεις θα αυξηθούν σε μέτωπα όπως οι συντάξεις και το Δημόσιο ενόψει εκλογών.

«Ο Τσίπρας θα θελήσει να αρχίσει το ξήλωμα των πιο επίπονων μέτρων», είπε ένας διπλωμάτης.