Τετ09262018

Τελευταία ΕνημέρωσηΤετ, 26 Σεπ 2018 12pm

Back Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Αυτοδιοικητικα Τοπικη Αυτοδιοικηση Επιστημονική Υπηρεσία Βουλής για ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ1: Αντισυνταγματικός ο ορισμός Αντιδημάρχων από τη μειοψηφία του Δ.Σ.!

Silvercity.gr | Τοπικη Αυτοδιοικηση

Επιστημονική Υπηρεσία Βουλής για ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ1: Αντισυνταγματικός ο ορισμός Αντιδημάρχων από τη μειοψηφία του Δ.Σ.!

dimarxeio

Ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης των Αντιδημάρχων του Κλεισθενη1 και απόκλισης από τις αρχές τεσσάρων (!!!) Άρθρων του Συντάγματος εγείρει για το Αρ.68 του Ν/Σ η Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, που δημοσιεύθηκε χθες τα μεσάνυχτα. 

Πρόκειται για τη διάταξη που προβλέπει τη διαδικασία ορισμού Αντιδημάρχων που δεν ανήκουν στον επιτυχόντα Συνδυασμό του Δημάρχου, δηλαδή τη διαδικασία απόδοσης της Διοίκησης του Δήμου σε αυτούς που θα χάσουν τις εκλογές και ο λαός δεν θα εμπιστευτεί.

Η Έκθεση, μεταξύ πολλών άλλων, τονίσει σχετικό σημείο Απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας βάσει του οποίου πρέπει « η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ και λειτουργία των ΟΡΓΑΝΩΝ του ΔΗΜΟΥ, ΝΑ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ».

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Επιστημονική Υπηρεσία είναι προβληματισμός « σχετικώς µε το αν η δυνατότητα επιλογής ως ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΥ, δημοτικού συμβούλου ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, αλλά μόνον της πλειοψηφίας του συνδυασμού από τον οποίο προέρχεται ο σύμβουλος αυτός, διασφαλίζει ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΘΕΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΥ και, συνεπώς, αν εναρμονίζεται προς τις αρχές ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4 παρ.1, 5 παρ.1, 51 παρ.3 και 102 παρ.2 του Συντάγματος, δεδομένου μάλιστα ότι στην Αιτιολογική Έκθεση δεν προκύπτει ευκρινής σκοπός, ικανός να δικαιολογεί ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΩΣ ΑΝΩ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ».

Ο AIRETOS παρουσιάζει κατωτέρω την πλήρη νομική τεκμηρίωση (με εκτενή αποσπάσματα νομολογίας ανώτατων δικαστηρίων) και επιστημονική επιχειρηματολογία της Έκθεσης, που υπογράφουν ορισμένοι από τους πλέον έμπειρους Καθηγητές Πανεπιστημίων της Χώρας μας. Μένει να δούμε εάν η Κυβέρνηση θα προχωρήσει σε ανατροπή της διαδικασίας του Άρθρου, με εισαγωγή στη διαδικασία Απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, ή θα αδιαφορήσει.

« 6. Επί του άρθρου 68 παρ.1

Συμφώνως προς την προτεινόμενη διάταξη (που αντικαθιστά το άρθρο 59 παρ.1 του ν. 3852/2010), οι αντιδήμαρχοι δεν είναι πλέον αναγκαίο να είναι σύμβουλοι της πλειοψηφίας, αλλά μπορούν (χωρίς αριθμητικό περιορισμό) να είναι και σύμβουλοι που ανήκουν σε διαφορετική δημοτική παράταξη από εκείνη του δημάρχου.

Μοναδική σχετική προϋπόθεση συνιστά ο ορισμός του συμβούλου ως αντιδημάρχου από τον δήμαρχο και η έγκριση του ορισμού του από την πλειοψηφία των συμβούλων της παράταξης στην οποία ανήκει ο σύμβουλος αυτός. Επισημαίνεται, παρενθετικώς, ότι, συμφώνως προς τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 59 του ν.3852/2010, οι αντιδήμαρχοι ασκούν αρμοδιότητες που αφορούν τη δημοτική ενότητα εκάστου, τις οποίες τους μεταβιβάζει ο δήμαρχος, σε ευρύτατο καθ’ ύλην πεδίο (βλ. γνμδ ΝΣΚ 421/2009, γνμδ ΝΣΚ 669/2002).

Από την Αιτιολογική Έκθεση που συνοδεύει το υπό ψήφιση νομοσχέδιο προκύπτει ότι η ως άνω ρύθμιση θεσπίζεται με σκοπό, “να αποτυπώνεται και σε επίπεδο διοίκησης η ΤΥΧΟΝ ΣΤΑΘΕΡΗ συνεργασία περισσότερων της μίας παρατάξεων”, καθ’ όσον “[ω]ς απόρροια της αναλογικής συγκρότησης των δημοτικών συμβουλίων, είναι εύλογο ότι, στην πλειονότητα, των δήμων, θα υπάρξει συνεργασία διαφορετικών δημοτικών παρατάξεων (…)”.

Επισημαίνεται ότι στοιχεία αντιπροσωπευτικού συστήματος εισάγονται στο πεδίο της εκλογής των αρχών των ΟΤΑ με το άρθρο 102 παρ.2 εδάφ. β΄ του Συντάγματος, συμφώνως προς το οποίο η εκλογή των αρχών των ΟΤΑ γίνεται διά καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας.

Η εξασφάλιση, συνεπώς, της δημοκρατικής νομιμοποίησης των ΟΤΑ αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της συνταγματικής ρύθμισης για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, διότι ανάγεται σε αναγκαία προϋπόθεση για τη συγκρότηση και τη λειτουργία των αντίστοιχων αρχών (βλ. Ν. Χλέπα, Ερμηνεία επί του άρθρου 102 σε Σύνταγμα, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σελ. 1634-1654 (1646-1647).

Όπως έχει, εξ άλλου, κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας, “[ε]πειδή, το, κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, δικαίωμα της συμμετοχής του πολίτη στην πολιτική ζωή της Χώρας περιλαμβάνει την δυνατότητά του αφενός µεν να εκλέγει τους αντιπροσώπους του στο Κοινοβούλιο (ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα), αφετέρου δε να εκθέτει ο ίδιος υποψηφιότητα αντιπροσώπου (παθητικό εκλογικό δικαίωμα), εφόσον βεβαίως και στις δύο περιπτώσεις συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος και τη λοιπή νομοθεσία.

Τα ανωτέρω ισχύουν και για την εκλογή των αρχών των ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού, αφού και η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της Χώρας γενικώς. Εξ άλλου, ο τρόπος της συμμετοχής του πολίτη στην πολιτική ζωή της Χώρας, στο μέτρο που δεν ρυθμίζεται από το Σύνταγμα, επαφίεται στον κοινό νομοθέτη (άρθρα 51 παρ.3, 54 παρ.1 και 102 παρ.2 του Συντάγματος), ο οποίος όμως δεν μπορεί να θεσπίσει διατάξεις που αναιρούν ή περιορίζουν υπερμέτρως το ανωτέρω δικαίωμα συμμετοχής του πολίτη στην πολιτική ζωή της Χώρας (πρβλ. ΑΕΔ 35/1985, 13/1997)” (ΣτΕ Ολοµ 3684/2009).

“Κατά την ειδικότερη ρύθμιση του τρόπου εκλογής των αρχών των ΟΤΑ ο κοινός νομοθέτης διαθέτει μεν ευρύ, κατ’ αρχήν, περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό, εν όψει των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν κάθε φορά, του, κατά την κρίση του, πλέον πρόσφορου και ενδεδειγμένου για τις συγκεκριμένες περιστάσεις εκλογικού συστήματος, με την επιφύλαξη, πάντως, της τηρήσεως των αρχών της ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ (άρθρα 4 παρ.1 και 51 παρ.3 του Συντάγματος) και της ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΔΥΝΑΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣΕΩΣ (πρβλ. ΑΕΔ 36/1990), οι οποίες διέπουν επίσης την εκλογή των αρχών των ΟΤΑ, αλλά και της συνταγματικής αρχής της ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ (πρβλ. ΑΕΔ 36/1990), µε την έννοια ότι οι τιθέμενοι περιορισμοί στο δικαίωμα συμμετοχής του πολίτη στην πολιτική ζωή της Χώρας, δυνάμει των διατάξεων που ρυθμίζουν τον τρόπο αναδείξεως των αρχών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, πρέπει να επιδιώκουν σκοπό συνταγματικά θεμιτό και να μην είναι δυσανάλογοι, σε σχέση µε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (βλ. ΣτΕ 2140/2013 Ολομέλεια, 3684/2009 Ολομέλεια)” (ΣτΕ 1788/2014).

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ συνιστά ΚΡΙΤΗΡΙΟ δυνάμει του οποίου κρίνεται αν ένα εκλογικό σύστημα εναρμονίζεται ή όχι προς τις αρχές της ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ (άρθρα 4 παρ.1 και 51 παρ.3 του Συντάγματος) και της απορρεούσης από την έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΔΥΝΑΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3684/2009, υπό σκέψη 10: “(…) [ε]φ΄ όσον δε το ανωτέρω προβλεπόμενο ποσοστό εκλογής διασφαλίζει δημοκρατική νομιμοποίηση στα όργανα διοικήσεως των δήμων, η ανωτέρω ρύθμιση, καθ’ εαυτήν, εναρμονίζεται µε τις εκτιθέμενες στην 7η σκέψη συνταγματικές διατάξεις και αρχές” καθώς και ΣτΕ 78/2015, υπό σκέψη 9: “(…) οι θέσεις του Προέδρου και των Αντιπροέδρων του Δημοτικού Συμβουλίου (και άλλων συλλογικών δημοτικών οργάνων), κατανέμονται στις δημοτικές παρατάξεις, οι οποίες συγκροτούνται από τους δημοτικούς συμβούλους των συνδυασμών, µε αποτέλεσμα η πλήρωση των θέσεων αυτών και, τελικά, Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ, ΝΑ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ”).

Υπό το φως των ανωτέρω, δημιουργείται, ενδεχομένως, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ σχετικώς µε το αν η δυνατότητα επιλογής ως ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΥ, δημοτικού συμβούλου ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, αλλά μόνον της πλειοψηφίας του συνδυασμού από τον οποίο προέρχεται ο σύμβουλος αυτός, διασφαλίζει ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΘΕΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΥ και, συνεπώς, αν εναρμονίζεται προς τις αρχές ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4 παρ.1, 5 παρ.1, 51 παρ.3 και 102 παρ.2 του Συντάγματος, δεδομένου μάλιστα ότι στην Αιτιολογική Έκθεση ΔΕΝ προκύπτει ευκρινής σκοπός, ικανός να δικαιολογεί ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΩΣ ΑΝΩ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ».